Τεύχος Πρώτο - Αντάρτικο Πόλης Η Επιστροφή

Την άποψη μας για το αντάρτικο πόλεων με αφορμή το ξέσπασμα της υπόθεσης της 17Ν την έχουμε εκθέσει διεξοδικά (ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ, τχ. 19). Η άποψη αυτή δεν αφορούσε μόνο την συγκεκριμένη οργάνωση αλλά συνολικά το αντάρτικο πόλης τόσο στην ελληνική του εκδοχή, όσο και στην αντίστοιχη παγκόσμια. Σ΄ αυτό το σημείωμα θέλουμε να ασχοληθούμε με την άποψη που μοιάζει να κυριάρχησε τελικά σε εκείνα τα τμήματα του αντιεξουσιαστικού χώρου, που κράτησαν αποστάσεις από το να προσκυνάνε τον «φαρμακοχέρη». Η άποψη αυτή προσπαθώντας να εξετάσει μέσα στις ιστορικές του παραμέτρους το φαινόμενο του αντάρτικου πόλεων υποστηρίζει ότι το αντάρτικο πόλης ενώ γεννήθηκε μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικό-ιστορικές συνθήκες με στόχο την επιτάχυνση του αγώνα του κινήματος και την περιφρούρηση του, με τον καιρό και ενώ το μαζικό κίνημα άρχισε να βουλιάζει, οι ένοπλες οργανώσεις αποκόπτοταν όλο και περισσότερο από τις συνθήκες που τις δημιούργησαν.

Στην άποψη αυτή πρέπει να συμπεριφερθούμε σαν ελεγκτές αεροδρομίου: δηλαδή να της ζητήσουμε διαβατήριο. Αν το κάνουμε αυτό θα διαπιστώσουμε ότι η προέλευση της είναι ο ιταλικός αριστερισμός των 70s, το ρεύμα εκείνο της εργατικής αυτονομίας που τα χρόνια του μολυβιού διατήρησε μια αμφιλεγόμενη στάση απέναντι στο φαινόμενο του αντάρτικου πόλης, πράγμα που το πλήρωσε πολύ ακριβά.

Ας αρχίσουμε όμως αλλιώς. Τα κοινωνικά φαινόμενα δεν ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια μετά την βροχή, και το κάθε φαινόμενο πρέπει να το εξετάζουμε μέσα στις ιστορικές συνθήκες ανάπτυξης του. Όντως το αντάρτικο πόλεων στην μορφή που εμφανίστηκε στις δεκαετίες ‘60-’70 στην Δ. Ευρώπη, δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου και ιδιαίτερα από τον πόλεμο στο Βιετνάμ και τον Γκεβαρισμό στην Λατινική Αμερική, παράλληλα με την γενικότερη άνοδο των νέων κινημάτων στις χώρες τόσο του ανατολικού, όσο και του δυτικού μπλοκ. Ειδικότερα στην μορφή δράσης τους, οι κυριότερες ένοπλες ομάδες της δυτικής Ευρώπης υιοθετούν το μοντέλο των Ουρουγουανών Τουπαμάρος, πράγμα που και οι ίδιες παραδέχονται συζητώντας για τις επιρροές τους. Αν και ορθότερο είναι η κάθε ομάδα να εξετάζεται χωριστά μια και καθεμιά αναπτύσσεται σε διαφορετικό περιβάλλον και διαμορφώνεται υπό την επίδραση διαφορετικών παραγόντων, ωστόσο έχουμε ξαναπεί ότι όλες αυτές οι ομάδες μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά.

Το βασικότερο: η αντίληψη της πρωτοπορίας. Το αντάρτικο πόλεων αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν η εμπροσθοφυλακή του κινήματος. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Είπαμε ότι το αντάρτικο πόλεων αναδύεται μέσα από τα νέα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του 60 και του 70, ωστόσο η αλήθεια είναι ότι η ανάπτυξη του συμβαδίζει με την φάση της ύφεσης αυτών των κινημάτων και όχι με την φάση ανόδου τους. Αυτό φαίνεται σε όλες τις περιπτώσεις. Η RAF ιδρύεται και αναπτύσσεται μετά την ήττα του φοιτητικού κινήματος και την διάλυση των μαζικών οργανώσεων στην διάρκεια των ετών 1968-1971. Πιο ξεκάθαρα είναι τα πράγματα στην περίπτωση της Ιταλίας, για την οποία μπορούμε να χρησιμοποιούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τον όρο αντάρτικο πόλης σε σχέση με τις άλλες γνωστές οργανώσεις. Η ταχεία αύξηση της δύναμης των Ερυθρών Ταξιαρχιών, συμπίπτει με την ήττα του ιταλικού κινήματος μετά το θερμό φθινόπωρο του 1977. Αυτό αποδεικνύει ότι το αντάρτικο πόλης γίνεται πρωτοπορία του κινήματος όταν το κίνημα παύει να υπάρχει σαν τέτοιο. Για να επαναλάβουμε ξανά πόσο εχθρική είναι για την επιλογή της αυτόνομης θεωρίας και δράσης, η επιλογή της πρωτοπορίας.

Το ένοπλο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν πρωτοπορία του κινήματος και στο θεωρητικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα οι θεωρητικές αναλύσεις όλων ανεξαιρέτως των οργανώσεων του αντάρτικου πόλης χαρακτηρίζονται από μια σημαντική καθυστέρηση στην αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων, και των μετασχηματισμών που αυτές υφίστανται στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, όχι μόνο σε σχέση με τις πιο προωθημένες αναλύσεις της εποχής τους, αλλά ακόμα και σε σχέση με τις αναλύσεις ριζοσπαστικών ομάδων του παρελθόντος. Έτσι όλες αυτές οι οργανώσεις μοιράζονται έναν λενινιστικού τύπου αντι-ιμπεριαλισμό με αναφορές σε ισχυρά και ανίσχυρα κράτη, και μια έλξη προς τα εθνικοαπελευθερωτικά αντάρτικα του τρίτου κόσμου. Η RAF φτάνει στο σημείο να ανακηρύξει το τέλος του κοινωνικού ανταγωνισμού στην μητρόπολη, και την ύπαρξη του μόνο στις χώρες του τρίτου κόσμου.

Μια πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών (όχι ανανήψασα) σε μια συνεισφορά της σ’ ένα σεμινάριο προφορικής ιστορίας για τον ένοπλο αγώνα στο Τορίνο έγραψε το εξής συγκλονιστικό: «Το ‘68 ήταν η γέννηση μου, το ένοπλο ήταν η ήττα μου». Στην φράση αυτή συμπυκνώνονται περισσότερα πράγματα από ότι αντιλαμβάνεται κάποιος με την πρώτη ματιά. Γιατί αυτό που λέει αυτή η γυναίκα δεν είναι ότι η ήττα του ένοπλου είναι η δική μου ήττα, αλλά το ίδιο το ένοπλο ήταν η ήττα μου. Το γεγονός είναι ότι η επιλογή του αντάρτικου πόλης λειτουργούσε τις περισσότερες φορές σαν το τελευταίο σκαλοπάτι πριν την παραίτηση. Το βήμα απελπισίας κάποιου που αρνείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα στο υλικό επίπεδο και την μεταφέρει στο φαντασιακό. Εκεί που η σύγκρουση με το κράτος μεταβάλλεται περίπου σε προσωπικό ζήτημα.

Θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει: τι σημασία έχουν όλα αυτά, αφού το αντάρτικο πόλης έχει ηττηθεί εδώ και πολλά χρόνια και δεν μοιάζει να υπάρχει καμιά επιθυμία για την όποια πιθανή αναγέννηση του. Θα απαντούσαμε αυτό που έχουμε ξαναπεί. Οι λογικές του αντάρτικου πόλης και κάποιες από τις πρακτικές του έχουν την ικανότητα να μεταμορφώνονται πολύ εύκολα σε ψευδοαπελευθερωτικές, γιατί σπάνια -ειδικά σ’ αυτό τον τόπο- κρίθηκαν αυστηρά. Γι’ αυτό έχουμε κάθε λόγο να επανερχόμαστε σ’ αυτό το ζήτημα.


No comments: