Τεύχος Τρίτο - Χίλιες Και Μία Μέρες Και Νύχτες Κοινωνικών Και Ταξικών Ανταγωνισμών ΙΙ

Στο πρώτο μέρος του κειμένου αυτού προσπαθήσαμε να αναλύσουμε τη σημασία κράτος-πρόνοιας. Ξεκινώντας την ανάλυσή μας από την πρώιμη εκβιομηχάνιση και φτάνοντας έως και τη δεκαετία του 1970, δείξαμε πως το κράτος-πρόνοιας δεν είναι ούτε το αποτέλεσμα κάποιων φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών με σκοπό τη διασφάλιση του κοινού καλού, ούτε όμως απλά και μόνο ένα εργαλείο καταστολής στα χέρια των κυρίαρχων όπως έχει κατά καιρούς παρουσιαστεί, αλλά πως αποτελεί το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας που είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με τους εργατικούς αγώνες, οι οποίοι ήταν και αυτοί που ανάγκασαν την άρχουσα τάξη να υποχωρήσει, προκειμένου να αναδιπλωθεί. Με αυτήν την έννοια η θέση που υποστήριζε το πρώτο μέρος του κειμένου ήταν πως το κράτος-πρόνοιας, όπως αποκρυσταλλώθηκε στις ανεπτυγμένες χώρες, υπήρξε κατάκτηση της εργατικής τάξης και χρονικά το τοποθετούσαμε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέχεια της ανάλυσής μας, δείξαμε τον τρόπο με τον οποίο ξεκινά μέσα από το νέο κύκλο αγώνων από την δεκαετία του ’60 και μετά, αγώνες που δεν περιορίζονταν στη σφαίρα της παραγωγής, αλλά επεκτείνονταν σε ευρύτερα κοινωνικά πεδία η «κρίση» του κράτους-πρόνοιας. Οι αγώνες αυτοί αν και μετασχημάτισαν σχέσεις παγιωμένες από αιώνες (π.χ. την πατριαρχική δομή της σχέσης μεταξύ των δύο φύλων) και άλλαξαν δραστικά τη μορφή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων άρχισαν, σταδιακά και για διάφορους λόγους, να υποχωρούν γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στα αφεντικά να οργανώσουν μεθοδικά και με συστηματικό τρόπο την αντεπίθεση τους, ώστε να ξεπεραστεί η πολυθρύλητη «κρίση».
Σε αυτό το δεύτερο μέρος του κειμένου πιάνουμε το νήμα από το σημείο που το είχαμε αφήσει την προηγούμενη φορά. Στην πρώτη ενότητα εξετάζουμε ποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης αντικατέστησε το κράτοςπρόνοιας, ποια τα βασικά χαρακτηριστικά της και πώς, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, προκύπτει η συνθήκη του εθελοντισμού ως συνιστώσα της νέας μορφής κοινωνικής οργάνωσης. Στην δεύτερη ενότητα θα εξετάσουμε το πώς προκύπτει κοινωνικοιστορικά το σχήμα εθελοντισμός και ΜΚΟ. Στην τρίτη ενότητα συζητάμε τις αξίες χρήσης του εθελοντισμού και τέλος στην τέταρτη ενότητα προσπαθούμε να δούμε ποια είναι η κοινωνική σύνθεση του εθελοντισμού και ποιος είναι ο ιδεολογικός και λειτουργικός ρόλος που η κυριαρχία της έχει αναθέσει σήμερα μέσα στο πλαίσιο των ευρύτερων μετασχηματισμών που συντελούνται στην κοινωνική οργάνωση.
Ι.
Η δεκαετία του 1980 είναι από πολλές απόψεις κρίσιμη για ότι μπορούμε να ονομάσουμε σύγχρονη κοινωνική μορφή. Ουσιαστικά όλοι οι μετασχηματισμοί που παρατηρούμε να βρίσκονται σε εξέλιξη σήμερα και σε διαφορετικούς βαθμούς ωρίμανσης στις διάφορες δυτικές κοινωνίες, έχουν την ρίζα τους στις αλλαγές που άρχισαν να διαφαίνονται εκείνη την περίοδο.
Ορόσημο στον καταρράκτη των μετασχηματισμών που έμελλε να λάβουν χώρα αποτελεί η ανάληψη του κρατικού μηχανισμού από τα καθεστώτα Θάτσερ και Ρέιγκαν, στην Μεγάλη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αντίστοιχα. Για λόγους που δεν μπορούμε να αποδείξουμε με βεβαιότητα αλλά που έχουν να κάνουν πιθανότατα με το ιδιαίτερο κοινωνικόιστορικό πλαίσιο και τους συσχετισμούς του κοινωνικού ανταγωνισμού σ’ αυτές τις χώρες τα καθεστώτα αυτά βρέθηκαν στην πρωτοπορία της αντεπίθεσης των αφεντικών ενάντια στις κατακτήσεις των κινημάτων των προηγούμενων χρόνων. Για να είμαστε μάλιστα πιο ακριβείς, η κυβέρνηση της Θάτσερ, έχοντας να αντιμετωπίσει πολύ πιο οργανωμένες αντιστάσεις στην πολιτική της, χρειάστηκε να εφεύρει ένα ολόκληρο πόλεμο (πόλεμος των Φώκλαντ) και να επιστρατεύσει πολύ πιο σοβαρά αποθέματα βίας για να εφαρμόσει την πολιτική του.
Μια στρατηγική αντεπίθεσης όμως, που όσο κι αν μοιάζει αντιφατικό προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την φύση και το περιεχόμενο όλων αυτών των μαχών που είχαν δοθεί τα προηγούμενα χρόνια για την αλλαγή αυτού του κόσμου, όλων των προηγούμενων νικών που είχαν κερδιστεί και όλων των ηττών που είχε υποστεί το επαναστατικό κίνημα. Αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι το σύστημα βρέθηκε σε θέση να ερμηνεύσει πιο σωστά και πιο γρήγορα τους αγώνες και τους όρους (εννοούμε τους πολιτικούς όρους) με τους οποίους αυτοί δόθηκαν εναντίον του όλη την προηγούμενη περίοδο, από ότι το ίδιο αυτό κίνημα και τα διάδοχα του.
Αντιλαμβανόμαστε την νεοφιλελεύθερη μορφή κράτος σαν μια ρύθμιση, σαν μια νέα κοινωνική συνθήκη και όχι απλά σαν ένα σύνολο νέων κοινωνικών θεσμίσεων που δημιουργήθηκαν από τα πάνω για να αντικαταστήσουν τις παλιότερες θεσμίσεις. Εξαιτίας αυτής της μεθοδολογίας, οι όροι που χρησιμοποιούμε πρέπει προφανώς να διαχωριστούν με σαφήνεια από την τρέχουσα χρήση τους· για παράδειγμα η έννοια της ρύθμισης που έχουμε στο μυαλό μας δεν έχει καμία σχέση με την «θεωρία της ρύθμισης», μια θεωρία που υπήρξε κυρίαρχη στους ακαδημαϊκούς μαρξιστικούς κύκλους την περασμένη δεκαετία και προσπαθεί να ερμηνεύσει την μετάβαση από την μια μορφή κράτος στην άλλη με «αντικειμενικούς» όρους, δηλαδή με όρους που έχουν να κάνουν με δομικά χαρακτηριστικά των δύο ρυθμίσεων. Αντίθετα, εμείς αναφερόμενοι τόσο στην μορφή κράτοςπρόνοιας, όσο και στην μορφή νεοφιλελεύθερο κράτος έχουμε στο μυαλό μας κοινωνικές σχέσεις. Σχέσεις που προκύπτουν μέσα από την σύγκρουση ανταγωνιστικών δυνάμεων και που είναι έκφραση κάθε στιγμή του σημείου δυναμικής ισορροπίας αυτής της σύγκρουσης. Μ’ αυτή την έννοια η νεοφιλελεύθερη μορφή κράτος θεσμίζεται σαν η έκφραση της υπεροχής της αφεντικών στην σύγκρουση τους με τα κινήματα του κοινωνικού ανταγωνισμού. Και εξαιτίας αυτού του λόγου θεσμίζεται επίσης σαν ένα αμάγαλμα σημασιών που αντλεί στοιχεία από την φιλελεύθερη παράδοση, ενσωματώνοντας ταυτόχρονα ένα τμήμα της κριτικής αυτό το τμήμα που μπορούσε να ενσωματωθεί σε ένα τέτοιο πλαίσιο τόσο της μαρξιστικής, όσο και της αναρχικής παράδοσης. Και αν θέλετε να μιλήσουμε πιο εδαφικοποιημένα: η νεοφιλελεύθερη μορφή κράτος είναι και η αφομοίωση ενός μεγάλου μέρους της ριζοσπαστικής κριτικής που άσκησαν τα κοινωνικά υποκείμενα της άρνησης στην μορφή κράτοςπρόνοιας, εναντίον της οποίας εξεγέρθηκαν το προηγούμενο διάστημα, όπως αναλύσαμε στο προηγούμενο τεύχος. Ας συγκεκριμενοποιήσουμε κάπως αυτή το συμπέρασμα, μέσα από την έστω και συνοπτική μελέτη της νέας μορφής κράτους που αρχίζει να διαμορφώνεται.
Καταρχήν ο τρόπος παραγωγής στον δυτικό κόσμο ανασυγκροτείται γύρω από τον άξονα αυτοματοποίησηπληροφορική. Μια στατιστικά σημαντική διαφοροποίηση του βάρους του τριτογενή τομέα (βάρος που γίνεται την τελευταία τριακονταετία όλο και πιο μεγάλο), δηλαδή του τομέα των υπηρεσιών, σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, αποτελεί ένα καίριο σημείο αυτής της εξέλιξηςΟι νέες τεχνολογίες (υπολογιστές, ρομποτική) αποκτούν αξία χρήσης, καθώς γίνονται το όχημα για ακόμα μεγαλύτερη μείωση του ανθρώπινου συντελεστή στην εργασία. Με δύο τρόπους: αφενός αντικαθιστώντας ανθρώπινη εργασία (αυτό οι μαρξιστές το λένε μείωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου), αφετέρου μειώνοντας το μέγεθος της συμμετοχής του ανθρώπινου παράγοντα στην παραγωγική διαδικασία. Είναι εύκολα κατανοητό αυτό: σκεφτείτε για παράδειγμα πως συμβάλλει η αντικατάσταση του ταμία της τράπεζας από ένα σύστημα ανάληψης χρημάτων (πέρα από μείωση του κόστους παραγωγής), στην μείωση της πιθανότητας λάθους κατά την χρηματική συναλλαγή.
Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι είναι η πρόοδος της τεχνολογίας που ορίζει αυτή την αλλαγήΠολύ φουτουριστική σκέψη σε μια εποχή που η αισθητική του φουτουρισμού μοιάζει ρετρό. Είναι οι ίδιοι οι αγώνες των εργαζομένων με σύνθημα την «άρνηση της εργασίας» (εκδηλωμένο στην πράξη ως σαμποτάζ με σταμάτημα της παραγωγής, ή παραγωγή ελαττωματικών ανταλλακτικών, λούφα, απεργίες, αδικαιολόγητες απουσίες από την καθημερινή εργασία, κλπ), που αναγκάζουν το κεφάλαιο να βάλει μηχανές που υποκαθιστούν ανθρώπινη εργασία στην βιομηχανία. Είναι η συλλογικοποίηση των αντιστάσεων που δημιουργεί κοινότητες αγώνα και αλληλεγγύης και το σχετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την δημιουργία τους στην φορντική μονάδα παραγωγής, που πρέπει να απαντηθεί βάζοντας τους παραγωγούς να δουλεύουν εξατομικευμένα μπροστά στον υπολογιστή, απομονωμένο τον ένα από τον άλλο. Ή ακόμα και αναγκάζοντας τα αφεντικά να μετασχηματίσουν το παραγωγικό σχέδιο.
Ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε αυτό που υποστηρίζουμε, είναι αυτό στην αυτοκινητοβιομηχανία Peugeot, στην περιοχή Σοσό της Γαλλίας. Εκεί το τμήμα κατασκευής του αμαξώματος, στο οποίο απασχολούνταν οι πιο εξεγερτικοί εργάτες και το οποίο απαιτούσε την συνεργασία διαφόρων ομάδων τεχνικών για την κατασκευή του, με την αυτοματοποίηση αναδιαρθρώθηκε ριζικά. Το τμήμα αυτό δεν βασιζόταν πια στην αλυσίδα συναρμολόγησης, αλλά σε μερικούς εξειδικευμένους εργάτες που έπρεπε συνεχώς να αλλάζουν θέση για να συναρμολογήσουν κάποια κομμάτια του αμαξώματος, κάνοντας παράλληλα έλεγχο για πιθανά λάθη. Αυτή η αναδιάρθρωση, που άρχισε να εφαρμόζεται στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, έσπασε τις προηγούμενες κοινότητες αγώνα που είχαν δημιουργηθεί, έριχνε το βάρος της ευθύνης για λάθη στους ίδιους τους εργάτες μειώνοντας το εύρος των δυνατοτήτων τους για σαμποτάζ, ενώ παράλληλα η επιτήρηση της δουλειάς έγινε ευκολότερη.
Εδώ είναι απαραίτητη μια παρένθεση. Υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση σε ακαδημαϊκούς κύκλους για την μετάβαση3 από το μοντέλο των μεγάλων εργοστασιακών μονάδων με τις αλυσίδες συναρμολόγησης (δηλαδή από την φορντική παραγωγή των δεκαετιών 19301970), σε ένα μοντέλο που κυριαρχεί η μικρή ευέλικτη επιχείρηση, στην οποία προάγεται η συμμετοχή των εργαζομένων στην παραγωγική διαδικασία, μετασχηματίζοντας τον ρόλο τους από απλά εκτελεστικά όργανα, σε συμμετέχοντες στις αποφάσεις που αφορούν την παραγωγή. Το ιαπωνικό μοντέλο παραγωγής που πρωτοαναπτύχθηκε στην αυτοκινητοβιομηχανία Toyotaμε εξειδικευμένους εργαζόμενους που διακόπτουν την ροή παραγωγής κάθε φορά που διαπιστώνουν ελαττώματα στο προϊόν, και το επισκευάζουν επί τόπου χωρίς να ενημερώνουν τους προϊσταμένους τους, θεωρήθηκε ότι εγκαινιάζει μια γραμμή ρήξης με την φορντικό σχέδιο των πολλαπλών ιεραρχιών και της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας στις παραδοσιακές αλυσίδες συναρμολόγησης. Μια γραμμή που σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της just in time5 παραγωγής και της αλλαγής στην γενικότερη φιλοσοφία της καταναλωτικής ιδεολογίας που προσανατολίζεται πια προς το ξεχωριστό άτομο και όχι προς το σύνολο του πληθυσμού (ένα σημείο που θα αναλυθεί παρακάτω), υποτίθεται ότι συγκροτούν τα βασικά χαρακτηριστικά ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, που επικράτησε να λέγεται μεταφορντισμός
Το στοιχείο της μεγαλύτερης συμμετοχής του εργαζομένου στην παραγωγή τονίζεται με κάθε τρόπο σε αυτό το μοντέλο, που υποτίθεται ότι είναι ο κύριος παράγοντας της αύξησης της παραγωγικότητας. Παρόλο που υπάρχουν πολλές και διαφορετικές όψεις αυτής της θεωρίας, όλες αυτές προσπαθούν να εντάξουν την αλλαγή στις μορφές της εργασίας που εισάγει η νεοφιλελεύθερη μορφή κράτος, στην λογική αυτής της μετάβασης. Για παράδειγμα, θεωρείται ότι η ευέλικτη εξειδίκευση που προάγει σήμερα το σύστημα είναι μέρος αυτής της μετάβασης. Στην πραγματικότητα, και με δεδομένο ότι δεν θέλουμε να επιχειρηματολογήσουμε σε αυτή την υπόθεση εργασίας που αποπειρόμαστε, επειδή αυτό το ζήτημα ξεφεύγει από τα πλαίσια της ανάλυσης μας, θεωρούμε ότι οι υφιστάμενες αλλαγές που παρατηρούνται στο φορντικό μοντέλο δεν συνιστούν πραγματική μετάβαση σε ένα ριζικά διαφορετικό σχέδιο παραγωγής. Έτσι, μια στοιχειώδης έρευνα σε αυτό τον τομέα, θα αποκάλυπτε πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι διαφορετικά είδη εργασιακής διαδικασίας συνυπάρχουν με διαφορετικά επίπεδα διευθυντικού ελέγχου στις διάφορους χώρους εργασίας και σε διαφορετικά πολιτικά/κοινωνικά περιβάλλοντα, πράγμα που συχνά αντανακλά τους υπάρχοντες κατά τόπους συσχετισμούς ανάμεσα στην διεύθυνση και στην εκτέλεση της εργασίας και τον ειδικό χαρακτήρα της παραγωγής και του προϊόντος που παράγεται. Γι’ αυτό αν κάποιος κάνει μια έρευνα6 στις πολυεθνικές επιχειρήσεις, που έχουν αναπτυχθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες στις χώρες που για τον ένα ή για τον άλλο λόγο βρίσκονταν για δεκαετίες έξω από την δυτική καπιταλιστική σχέση (νοτιοανατολική Ασία και Κίνα, Μεξικό, κα) θα ανακαλύψει μάλλον ένα φορντισμό σε μια πρωτόγονη μορφή του, παρά μια καινούργια σχέση παραγωγής.
Μιλώντας για παραγωγική διαδικασία, δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για κοινωνικές σχέσεις, σχέσεις που έχουν στον πυρήνα τους την εργασία. Η εργασία ως κεντρική καπιταλιστική αξία, εγκαθίσταται στο μάτι του κυκλώνα των μετασχηματισμών που πραγματοποιεί το νεοφιλελεύθερο κράτος. Η ειδική φορντική σχέση που εξασφάλιζε ένα σχετικά σταθερό (με τάσεις ανόδου) εισόδημα σε όλη την διάρκεια της χρυσής εποχής του κράτουςπρόνοιας, αμφισβητείται σε κάθε της έκφανση. Με αρχή τους πιο προωθημένους τεχνολογικά κλάδους της παραγωγής, αρχίζει να υπερισχύει μια τάση που καταργεί την μονιμότητα της εργασίας ως κεκτημένο, όπως και κάποια πάγια χαρακτηριστικά της στις τελευταίες δεκαετίες όπως το οκτάωρο, την ασφάλιση για την σύνταξη και την υγεία.
Η εργασία γίνεται ευέλικτη, ανασφάλιστη, κινητική, προσωρινή. Η εργασία γίνεται απασχόληση (σύμφωνα με την έκφραση του κ. Σημίτη). Εδώ συναντάμε μια καινοτομία του νεοφιλελεύθερου κράτους: είναι η σχετικοποίηση της αξίας της εργασίας ως κοινωνικού δικαιώματος, που σαν τέτοια αντίληψη συνιστά ιεροσυλία ενάντια στα δόγματα του κεϋνσυανυσμούφορντισμού. Ωστόσο, οι μετασχηματισμοί στην εργασία δεν σταματάνε εδώ. Η νεοφιλελεύθερη ρύθμιση καταστρέφει τα περισσότερα από τα παλιά κοινωνικά συμβόλαια που όριζαν την σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στις προηγούμενες δεκαετίες: για παράδειγμα οι συμβάσεις εργασίας εξατομικεύονται, στην ίδια επιχείρηση και μεταξύ εργαζομένων της ίδιας ιεραρχικής τάξης παρατηρούνται διαφορετικά επίπεδα μισθών, αποδοχών, διαφορετικά ωράρια εργασίας, κ.α. Η νέα οικονομία (ή μονεταρισμός, όπως ονομάστηκε αυτό το οικονομικό μοντέλο) βασίστηκε κυρίως στην μείωση του κόστους παραγωγής και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης: περικοπές μισθών και συντάξεων, μαζικές απολύσεις στις επιχειρήσεις κατά την διαδικασία «τεχνολογικής»αναδιάρθρωσης τους, περικοπές επιδόματος ανεργίας και άλλων κοινωνικών επιδομάτων, κ.α.7
Οι αλλαγές στο κοινωνικό πεδίο συμβαδίζουν με παρόμοιες αλλαγές στο ιδεολογικό πεδίο, αλλαγές εξίσου σημαντικές. Η σημασία τους έγκειται στο γεγονός ότι πράγμα που δεν ξέρουμε αν έχει φανεί καθαρά μέχρι τώρα μιλώντας για κρίση της προηγούμενης κοινωνικής μορφής από την δική μας σκοπιά, μιλάμε για ένα φαινόμενο συνολικό που δεν περιστέλλεται στο οικονομικό πεδίο. Δηλαδή, μιλάμε ταυτόχρονα και για πολιτισμική κρίση, κρίση παραγωγής νέων σημασιών από το σύστημα, που θα αντικαταστήσουν τις παλιές αξίες που έχουν φθαρεί. Και εδώ είναι το σημείο που δείχνει την ικανότητα του συστήματος να διαβάζει προσεκτικά τους αγώνες και να τους αποκωδικοποιεί, προκειμένου να βγάλει τα σωστά συμπεράσματα από αυτούς. Αυτός είναι ο λόγος που η ιδεολογία του νεοφιλελεύθερου κράτους αναπτύσσεται σε συμφωνία με ένα ορισμένο πνεύμα αμφισβήτησης.
Η κατανάλωση, για παράδειγμα, εξατομικεύεται. Ο μαζικός καταναλωτής του φορντικού μοντέλου που απολάμβανε ένα μίνιμουμ εμπορευμάτων, κοινό με όλο τον υπόλοιπο πληθυσμό, θεωρείται κομφορμιστής, ξεπερασμένος. Η σύγχρονη καταναλωτική ιδεολογία εντατικοποιεί τον φετιχισμό των εμπορευμάτων («το δικό σου αυτοκίνητο, είναι αυτό που ταιριάζει στον δικό σου χαρακτήρα»), εμπλουτίζοντας τον με τον απόηχο της έκρηξης των υποκειμενικοτήτων των περασμένων δεκαετιών (ατομική αυτονομία, δικαίωμα στην διαφορετικότητα), μέσα βέβαια από μια διαδικασία εκφυλισμού τους.
Οι παλιές καλές αρχές του καπιταλισμού περί ελευθερίας της βούλησης και ισότητας όλων μέσα στην αγορά, προσαρμόζονται στην νέα εποχή: «Ο καλύτερος προοδεύει», «ισότητα στις ευκαιρίες για πρωτοβουλίες», κ.α. Πάνω σε αυτές τις ιδεολογίες πατάει η κατασκευή της παράστασης του «στελέχους»: του μοντέρνου γιάπη δηλαδή που εργάζεται σκληρά για επιχείρηση που δουλεύει, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να προσαρμοστεί στις νέες κοινωνικές συνθήκες, επενδύοντας στην κοινωνική του άνοδο. Η προτεσταντική ηθική της εργασίας βρικολακιάζει στην πιο πρωτόγονη μορφή της.
Άλλα όχι μόνο: στο μαλακό υπογάστριο της ιδεολογίας του ατομικισμού, όπως και πάνω στα επιχειρήματα περί της «αρτηριοσκληρυντικής» λειτουργίας του κράτουςπρόνοιας (συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό, μη λειτουργικό), κάνουν την γιορτή τους οι πολιτικές περικοπής, ή κατάργησης όλων των επιδομάτων («γιατί να πληρώνουν όλοι για τους ανεύθυνους που δεν δουλεύουν και θέλουν να τρώνε», κλπ), που είχε εισαγάγει το κράτοςπρόνοιας. Κι αυτό επειδή το νεοφιλελεύθερο κράτος ιδιωτικοποιεί την ευθύνη: το κόστος οφείλει να βαρύνει στους πολίτες. Με αυτό τον τρόπο τα επιχειρήματα κατά του κράτουςπρόνοιας γίνονται ο πολιορκητικός κριός της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής.
Στο σημείο αυτό πρέπει να ανοίξουμε μια δεύτερη παρένθεση. Είπαμε πολιορκητικός κριός και στο μυαλό μας έρχεται πόλεμος, Όμως αυτό ακριβώς είναι το νεοφιλελεύθερο σχέδιο και έτσι πρέπει να γίνει αντιληπτό: σαν η όξυνση του κοινωνικού πολέμου από την πλευρά των αφεντικών αυτή την φορά, σαν η όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού από τα πάνω. Μιλήσαμε παραπάνω για αλλαγές ακολουθώντας μια περιγραφική μέθοδο. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε σπαταλώντας αρκετό χαρτί και μελάνι για να αναλύσουμε πολλά ζητήματα που αφήνουμε μισά και που αγγίζουμε λιγότερο από όσο πατάει μια γάτα. Θα μπορούσαμε να παραθέτουμε πίνακες επί πινάκων γεμάτους στατιστικές εκτιμήσεις για την παραγωγικότητα, για τον μετασχηματισμό στην εργασία, για το ακαθάριστα εθνικά προϊόντα, για την ανεργία και για πολλά άλλα, που δίνουν συγκριτικά μεγέθη των αποτελεσμάτων των μετασχηματισμών στους οποίους αναφερθήκαμε. Όλα αυτά τα κάνουν αρκετά καλά οι καθηγητές κοινωνιολογίας και οικονομικών, και οι μεταπτυχιακοί φοιτητές τους. Αυτό που δεν κάνουν είναι να κατανοούν τις κοινωνικές σχέσεις και άρα και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, ως αποτέλεσμα της διαλεκτικής σύγκρουσης μεταξύ αντιμαχόμενων δυνάμεων. Διαλεκτικής δηλαδή σχέσης, αντίθεσης μεταξύ δύο πραγμάτων, σχέσης πολυπαραγοντικής, πολυσήμαντης, μηγραμμικής, απρόβλεπτης και άρα μηντετερμινιστικής. Σύγκρουσης δηλαδή ανταγωνισμού, διαδικασίας αντιπαράθεσης, πολέμου και αποτελέσματα δηλαδή προϊόντα αυτής της σύγκρουσης, προϊόντα όμως που φέρουν εντός τους αυτή την σύγκρουση.
Για να κόψει το βρετανικό κράτος επί Θάτσερ τα επιδόματα ανεργίας έπρεπε να επιστρατεύσει ολόκληρο το ιδεολογικό οπλοστάσιο του νεοφιλελευθερισμού, να οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις μέσα στην βρετανική κοινωνία και να πάρει μαζί της εκείνο το μικροαστικό τμήμα της, που το τρόμαζε η αμφισβήτηση αυτού του κόσμου, επειδή η αμφισβήτηση αυτή πιθανόν θα έθιγε τα μικροσυμφέροντα και τα προνόμια που απολάμβανε σε αυτό τον κόσμο. Έπρεπε όμως, να συντρίψει και εκείνη την μεγαλειώδη εξέγερση της «εγγλέζικης»8 νεολαίας το 1981, και αυτό δεν έγινε ούτε με χρήματα, ούτε με ιδεολογίες. Έγινε αντίθετα, με την επιστράτευση κάθε μηχανισμού από το νόμιμο μονοπώλιο βίας που διέθετε. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, για να καταφέρει να επιτύχει την αναδιάρθρωση του δευτερογενούς τομέα, έπρεπε να νικήσει καταρχήν ένα από τα παραδοσιακά πιο ανυπόταχτα9 κομμάτια της βιομηχανικής εργατικής τάξης στην Ευρώπη και στον κόσμο: τους ανθρακωρύχους.
Μια μελέτη των αγώνων ενάντια στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο, αγώνες στους οποίους θα μπορούσαν να ενταχθούν τόσο οι κοινωνικές μάχες ενάντια στα «δομικά προγράμματα αναπροσαρμογής» στις διάφορες χώρες του νότου (με αποκορύφωμα την εξέγερση στην Αργεντινή), ή η εξέγερση των ζαπατίστικων κοινοτήτων, όσο οι εργατικοί αγώνες στην καρδιά του ανεπτυγμένου ΒορράΔύσης (π.χ, οι γαλλικές απεργίες του 1995), αποδεικνύει ότι το νεοφιλελεύθερο σχέδιο, τόσο στην ακραία μορφή που εφαρμόστηκε στον αγγλοσαξονικό χώρο, όσο και στην σοσιαλφιλελεύθερη μορφή που εφαρμόζεται στις άλλες μεγάλες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Γερμανία, τώρα στην Μ. Βρετανία, Ισπανία, Ελλάδα), τείνει να γίνει ένα καθολικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης στην σημερινή εποχή, ένα μοντέλο που παρά τους κραδασμούς που του προκαλεί η κοινωνική κίνηση, λόγω της γενικότερης ήττας του επαναστατικού κινήματος, παραμένει προς το παρόν αρκετά ισχυρό παγκόσμια. Κλείνουμε και αυτή την παρένθεση.
Είναι φανερό ότι η νέα κοινωνική συνθήκη που αρχίζει να διαμορφώνεται στις χώρες που υλοποιείται το νεοφιλελεύθερο σχέδιο, χαρακτηρίζεται από μια πόλωση των κοινωνικών αντιθέσεων: συγκέντρωση του πλούτου σε ακόμα λιγότερα χέρια, ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων στις μητροπόλεις της δύσης, μαζική ανεργία σε ποσοστά που σε άλλες περιόδους θα ήταν απαγορευτικά για την λειτουργία του συστήματος, περιθωριοποίηση ολόκληρων κοινωνικών στρωμάτων. Στις καταστάσεις αυτές που αργά ή γρήγορα και σε διαφορετικό βαθμό έντασης άρχισαν να εμφανίζονται παντού, ανάλογα με την ταχύτητα μετάβασης στην νέα κοινωνική μορφή και τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της κάθε κοινωνίας, έγινε γρήγορα αντιληπτή η σημασία του τρίτου τομέα της κοινωνίας, ως απαραίτητο συστατικό της νεοφιλελεύθερης μορφής κράτοςΑυτός ο τομέας που υποτίθεται ότι καταλαμβάνει ένα χώρο πέρα από το κράτος και την ιδιωτική πρωτοβουλία, ένα χώρο κενό ανάμεσα σε αυτά τα δύο, επιφορτίζεται από την κυριαρχία με ένα σημαντικό ρόλο σήμερα. Κεντρική σημασία στην ανάπτυξη αυτού του τομέα (που εκφράζεται υλικά με τις μηκυβερνητικές οργανώσεις), είναι ο εθελοντισμός, μια ιδεολογία συμμετοχής στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι και «προσφοράς στον συνάνθρωπο», που διαφέρει ριζικά από τις μορφές συμμετοχής σε προηγούμενες κοινωνικές συνθήκες.
ΙΙ.
Οι περισσότεροι διανοούμενοι, μοιράζονται μία απλοϊκή αντίληψη των πραγμάτων όταν αντιμετωπίζουν το ζήτημα της καταγωγής του εθελοντισμού και των MKO. Στο ένα άκρο αυτής της αντίληψης βρίσκεται η απόσυρση της παλιάς μορφής κράτος πρόνοιας από τις αναδιανεμητικές και προνοιακές λειτουργίες της προηγούμενης περιόδου και η ανάγκη να καλυφθεί το κενό που δημιουργείται από αυτή την απόσυρση (η θέση των μαρξιστών)και στο άλλο άκρο η αντίληψη της ενίσχυσης της συμμετοχής των πολιτών στις δημόσιες αποφάσεις που αφορούν την πολιτική ανάπτυξης, τα μέτρα για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, το περιβάλλον, την εξωτερική πολιτική (η θέση των νεοφιλελεύθερων και των σοσιαλφιλελεύθερων)Παρά τις ενδεχόμενες διαφορές που προκύπτουν από αυτές τις δύο γραμμές σκέψης είναι φανερό ότι και οι δύο συμφωνούν ανάμεσα στα άλλα σε μία από τα πάνω κατασκευή τόσο της εθελοντικής ιδεολογίας, όσο και του τρίτου τομέα. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά… παρακάτω θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το ζήτημα από μία εντελώς διαφορετική θέση.
Νομίζουμε πια έχει γίνει κατανοητό ότι τα φαινόμενα τα οποία αναλύουμε τα αντιλαμβανόμαστε σαν διαδικασίες, σαν διαρκείς κινήσεις και όχι σαν στιγμές ή καταστάσεις. Έτσι όταν μιλούσαμε στο πρώτο μέρος για νίκες και ήττες στο πεδίο της ταξικής πάλης και του κοινωνικού ανταγωνισμού, δεν εννοούσαμε καθολική εξαφάνιση του ηττημένου και απόλυτη κυριαρχία του νικητή. Η δεκαετία του ‘80 είναι μία εποχή ήττας και υποχώρησης για τα ανταγωνιστικά υποκείμενα. Αυτό, αν συνδυαστεί με την απόγνωση που οδήγησε μέρος των υποκειμένων στην ένοπλη πάλη και την τρομερή καταστολή που υπέστη ένα μεγάλο μέρος του ανταγωνιστικού κινήματος, με την απογοήτευση και την ματαιότητα των παλιών πολιτικών δομών λενινιστικού τύπου και τέλος με την αδυναμία των περισσότερων πολιτικών υποκειμένων να ερμηνεύσουν την ήττα, θα οδηγήσουν σε νέους δρόμους όσα πολιτικά υποκείμενα δεν παραιτήθηκαν εντελώς. Αν κάνουμε μία απόπειρα να περιγράψουμε ποιο είναι αυτό το κομμάτι θα μπορούσε να το περιγράψουμε σαν εκείνο το κομμάτι που τόνιζε την ανάγκη (μία ανάγκη πολύ σημαντική εφόσον εντάσσεται στα πλαίσια ενός ανταγωνιστικού κινήματος) η άρνηση και η αμφισβήτηση της εξουσίας και της εργασίας να συγκροτείται όχι μόνο από αρνητικά (ελευθερία από…) αλλά και από θετικά χαρακτηριστικά (ελευθερία για...). Και ήταν εκείνο το κομμάτι το οποίο στην προηγούμενη περίοδο θα έχει ήδη προσπαθήσει να δημιουργήσει ανταγωνιστικές δομές και να ξεπεράσει τον αυστηρά μαρξιστικόλενινιστικό χαρακτήρα ενός πολιτικού κινήματος. Με δύο λέξεις τα νέα υποκείμενα, που αμφισβητούσαν κάθε ηθική της εργασίας και διαμεσολάβηση, που έθιγαν ζητήματα τα οποία το παραδοσιακό μαρξιστικόλενινιστικό πολιτικό κίνημα ή τα μετέθετε στην αυτόματη επίλυση τους στην μετεπαναστατική κοινωνία (στην καλύτερη) ή τα εξόριζε στον ορίζοντα του μικροαστισμού (στην χειρότερη) όπως: φύλο, φυλή, ασθένεια, τέχνη, τάξη, κοινότητα κλπ. Ήδη λοιπόν από την δεκαετία του ’70 θα υπάρχουν δομές ενταγμένες στα πλαίσια ενός πολιτικού κινήματος.
Η δεκαετία του ’80 θα είναι η εποχή της άνθισης του εναλλακτισμού και «των οάσεων ελευθερίας μέσα στην έρημο του καπιταλισμού». Ένα πλήθος κοινωνικών δομών που είχε εμπνεύσει και είχε οικοδομήσει μία συλλογική ευφυΐα και φαντασία χιλιάδων ανθρώπων, δομών που αρνούνταν την διαμεσολάβηση των κυρίαρχων θεσμών, την λογική του κέρδους και την ίδια την κοινωνική θέσμιση, συνέχισαν να αναπτύσσονται και να επεκτείνονται. Θεραπευτικές κλινικές και κοινότητες (που θέλησαν να ξεπεράσουν τον εξουσιαστικό χαρακτήρα της σχέσης γιατρούασθενή και το θετικισμό της δυτικής ιατρικής), οργανώσεις για την υπεράσπιση δικαιωμάτων (γυναικών, μαύρων, ομοφυλόφιλων, μεταναστών, προσφύγων κλπ.) και δίκτυα υποστήριξης και αλληλεγγύης, ομάδες παρέμβασης και δράσης για ένα τεράστιο φάσμα ζητημάτων (από το οικολογικό μέχρι τα δικαιώματα του καταναλωτή13), κοινωνικά κέντρα (που προσπαθούσαν να αναδημιουργήσουν την κοινότητα π.χ. στην Αγγλία), καταλήψεις στέγης (για μία ριζοσπαστική αντίληψη του χώρου και του χρόνου και ενάντια στην εμπορευματική χρήση της κατοικίας) ελευθεριακά σχολεία αλλά και κοινόβια, καλλιτεχνικές κολλεκτίβες κλπ. Τα παραπάνω ισχύουν φυσικά σε αρκετά μεγάλο βαθμό και για την Ελλάδα, έτσι θα δούμε π.χ. σε μία παλιά Βαβέλ των αρχών του ’80 υπάρχει μία «διαφήμιση» ενός «Αυτοδιαχειριζόμενου παιδικού σταθμού και νηπιαγωγείου» «για να μην παρκάρετε τα παιδιά σας», ή θα ακούμε τον Κ. Ζαφειρίδη να μας λέει: «Οι θεραπευτικές κοινότητες και τα άλλα προγράμματα που εφαρμόσαμε στηρίχτηκαν στην φιλοσοφία λειτουργίας των πρώτων θεραπευτικών κοινοτήτων της Αμερικής όπως το Daytop και το Phoenix House, και της Ευρώπης, όπως οι ολλανδικές και οι ιταλικές θεραπευτικές κοινότητες.» Και λίγο παρακάτω «Δηλαδή οι θεραπευτικές κοινότητες τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα τα πρώτα τους χρόνια λειτούργησαν με κινηματικούς όρους (sic!) και όχι με όρους δημοσίων υπηρεσιών.»14 Ποιος είναι ο κύριος; Ο εν λόγω κύριος λοιπόν, ήταν ιδρυτής το ’82 και διευθυντής μέχρι το ’90 του ΚΕΘΕΑ. Που πήγαν όμως οι «κινηματικοί όροι» του κ. Ζαφειρίδη και το ΚΕΘΕΑ σήμερα είναι ένα σκληρό και αυταρχικό πάρκινγκ «τοξικομανών»;
Πέραν των παραπάνω όμως, έχει ήδη συντελεστεί μέσα στο κοινωνικό πεδίο μία σημαντική αλλαγή: δεν υπάρχει πια ανταγωνιστικό κίνημα. Εντός αυτού του ανταγωνιστικού κινήματος όλα τα παραπάνω είχαν μία x σημασία. Αυτό που μένει να υπάρχει είναι η υποχώρηση του ανταγωνιστικού κινήματος και επέλαση του νεοφιλελεύθερου κράτους, εντός των οποίων όλα τα παραπάνω αποκτούν μία άλλη y σημασία. Ποια είναι όμως η x και ποια η y σημασία; Αν και η x σημασία δεν είναι του παρόντος ωστόσο να πούμε κάποια πράγματα: η ύπαρξη δομών τέτοιου είδους ήταν μία απόπειρα να ξεπεραστεί ένα λενινιστικό μοντέλο οργάνωσης, η ύπαρξη ενός δικτύου δομών παράλληλα, εντός και σε άμεση συνάρτηση με το κίνημα προσδίδει έναν άλλο χαρακτήρα διαφορετικό από αυτόν της μονολιθικής οργάνωσης, καθότι ξεδιπλώνει μέσα σε αυτή την πραγματικότητα μία αντί πρόταση επίλυσης ζητημάτων και προβλημάτων. Ακόμα, τροφοδοτεί το κοινωνικό με πολιτικά χαρακτηριστικά, (δείχνοντας για παράδειγμα και την πολιτική σημασία ενός σχεδόν οποιουδήποτε προβλήματος) αλλά και το πολιτικό με το κοινωνικό (δείχνοντας πάλι για παράδειγμα την πολιτική λύση που μπορεί να δοθεί σε κάποιο πρόβλημα). Αυτά ακούγονται κάπως περίεργα στις μέρες μας. Όμως, ας μην ξεχνάμε ότι οι πολιτικές λύσεις δεν είναι μόνο οι μεταρρυθμίσεις του νομικού συστήματος, αλλά ας θυμηθούμε ότι πολιτική λύση είναι και η επανάσταση και η δημοκρατία των συμβουλίων. Ποια όμως y σημασία αποκτούν όλα τα παραπάνω μέσα στην δεκαετία του ’80, και άρα μέσα σε μία συνθήκη έλλειψης ανταγωνιστικού κινήματος;
Παράλληλα με την παραπάνω διαδικασία, έλαβε χώρα και μία άλλη διαδικασία που κωδικοποιημένα ονομάζεται αφομοίωση. Δύο τρία πραγματάκια σε σχέση με αυτό. Η αφομοίωση δεν είναι μία διαδικασία που λαμβάνει χώρα σε κάποιους σκοτεινούς κύκλους διανοούμενων του συστήματος οι οποίοι κάθονται να συζητήσουν τι είναι χρήσιμο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Η αφομοίωση είναι τόσο μία παθητική διαδικασία των υποκειμένων του ανταγωνισμού και όσο και μία ενεργητική διαδικασία των ίδιων υποκειμένων, και αυτό το λέμε επειδή τις περισσότερες φορές η αφομοίωση γίνεται αντιληπτή μόνο σαν παθητική διαδικασία. Με δυο λόγια, τις περισσότερες φορές τα ανταγωνιστικά υποκείμενα που αφομοιώνονται είτε αναγκάζονται είτε επιθυμούν να αφομοιωθούν (γιατί δεν μπορούν να βρουν άλλες λύσεις, γιατί ματαιώθηκαν, γιατί βασικά ηττήθηκαν και παρέμειναν ηττημένα). Προφανώς αυτή η πρόταση δεν εξηγεί τα πάντα, υπάρχουν π.χ. και μία σειρά αντικειμενικών λόγων που θα ωθήσουν τα άτομα στο να στελεχώσουν τις καπιταλιστικές λειτουργίες μέσα στο ’80.
Σε αυτές τις συνθήκες εναλλακτισμού και αφομοίωσης, θα συμβεί μία κρίσιμη καμπή. Μία στροφή που θα γίνει όταν όλες αυτές οι δομές και θεσμίσεις και τα υποκείμενα εντός αυτών επιδιώκουν την ένταξη και την συμμετοχή σε αυτό που ονομάζεται «κοινωνία των πολιτών». Ως ένα βαθμό, είναι αναγκασμένα να πράξουν έτσι, προκειμένου η δράση τους να έχει αποτέλεσμα, από την άλλη η αφομοίωση αλλά και η ιδεολογική επίθεση από το νεοφιλελεύθερο κράτος θα παίξουν σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, μάλλον το βασικότερο παραμένει η έλλειψη αποτελεσματικότητας της δράσης. Η όποια αποτελεσματικότητα τους το ’70 ήταν αποτελεσματικότητα του κινήματος, με αποτέλεσμα η έλλειψη κινήματος να σημαίνει ως ένα βαθμό έλλειψη αποτελεσματικότητας. Συμπέρασμα: οι δομές που την δεκαετία του ’70 ήταν μέρος του ανταγωνιστικού κινήματος την δεκαετία του ’80 θα αυτονομηθούν και από ένα σημείο και ύστερα θα επιδιώξουν την συμμετοχή τους στην «κοινωνία των πολιτών», πράγμα το οποίο σημαίνει και μία ανάλογη στροφή, στον χαρακτήρα, στον προσανατολισμό, στην δράση, στην οργάνωση κλπ και πράγμα το οποίο σημαίνει ακόμα περισσότερο ότι αποποιούνται τα προηγούμενα (τα όποια) ανταγωνιστικά τους χαρακτηριστικά.15
Ταυτόχρονα και ήδη από το ’70 οι διανοούμενοι του νεοφιλελεύθερου κράτους θα έχουν περιγράψει τις γενικές κατευθύνσεις της νέας ρύθμισηςΈνα από τα κεντρικά ζητήματα και ένα από τα «τρυκ» για την μείωση του κόστους θα είναι οι εθελοντές και ο εθελοντισμός και αυτό ήδη από τα μέσα του ‘70. Έτσι, δεν θα πρέπει να μας κάνει καθόλυ εντύπωση, όταν ο Μπους θα εμφανιστεί το 1990 να δηλώσει: «Τα άτομα είναι αυτά που παίζουν το ρόλο τους για να κάνουν την Αμερική έναν καλύτερο τόπο. Είναι ο μαθητής που μένει μετά το σχολείο για να βοηθήσει τον συμμαθητή του. Είναι ο ηγέτης της κοινότητας που βρίσκει τα χρήματα ώστε να χτιστεί ένας σταθμός για την φροντίδα φτωχών παιδιών… Είναι ο εθελοντής που πηγαίνει φαγητό στα σπίτια των ηλικιωμένων. Και υπάρχουν χίλια άλλα φωτεινά σημεία για όλους όσους κάτι συνεισφέρουν. Αυτό είναι το μεγαλείο της Αμερικής. Φιλοδοξία της κυβέρνησης μου είναι να κάνει αυτά τα φωτεινά σημεία να λάμψουν περισσότερο από ποτέ.»17 Ήδη βέβαια και από το 1983 το θέμα του εθελοντισμού είχε γίνει κεντρικό για τον πρόεδρο Ρήγκαν με συχνές αναφορές του να ξαναπάρει στα χέρια του ο κόσμος ότι κάποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να κάνει ο ίδιος εθελοντικά, «μέσα από την καλοσύνη της καρδιάς του και από μία αίσθηση κοινότητας»Με τον εθελοντισμό το νεοφιλελεύθερο κράτος αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει μία δεξαμενή εργασίας που μπορεί να εκμεταλλευθεί για να καλύψει ένα μέρος της προνοιακής πολιτικής του χωρίς παράλληλα να επωμιστεί το κόστος αυτής της πολιτικής.
Ένα άλλο παράδειγμα: σε κάποια (όχι τυχαία) στιγμή εκεί κάπου στην δεκαετία του ’80, αρχίζει να γίνεται λόγος και να ανακαλύπτονται τα άτυπα δίκτυα φροντίδας. Τι είναι αυτά; Είναι η φροντίδα, η περίθαλψη και η πρόνοια των «από κάτω» της κοινωνίας και όχι του κράτους, για παράδειγμα το γεγονός μίας γριάς γειτόνισσας που την φροντίζει η γειτονιά, η ακόμα και η φροντίδα εντός της οικογένειας κάποιου μέλους που βρίσκεται σε ανάγκη. Η γνώση, η κατανόηση και η έρευνα γύρω από αυτά τα άτυπα δίκτυα φροντίδας και η υποστήριξη τους «τυποποιώντας» τα, σημαίνει ένταξη μίας εργασίας, μίας δραστηριότητας και κάποιων πόρων, στο σχεδιασμό μίας κοινωνικής πολιτικής.19
Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα θα δώσουμε ένα τελευταίο παράδειγμα, που συνολικοποιεί σαν τέτοιο τις περισσότερες από τις διαδικασίες που αναφέραμε. Το παράδειγμα είναι η προνοιακή πολιτική του ελληνικού κράτους για τους μετανάστες. Μέχρι και την δεκαετία του ’90 το ελληνικό κράτος δεν είχε σχεδόν καμία υποδομή και καμία πολιτική υποδοχής20 μεταναστών (για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν του χρειάστηκε). Σήμερα 15 χρόνια μετά υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο προνοιακής πολιτικής για τους μετανάστες. Πως στήθηκε αυτό το δίκτυο; Δηλώνουμε με πλήρη γνώση ότι όλη η μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους (ή τέλος πάντων αυτό που υπάρχει σαν μεταναστευτική πολιτική) είναι βασισμένη στο συντριπτικά μεγαλύτερο της ποσοστό στις διαδικασίες που αναφέραμε: ιατροφαρμακευτική περίθαλψη προσφέρουν ΜΚΟ όπως «Οι γιατροί χωρίς σύνορα» και οι «Γιατροί του κόσμου», νομική βοήθεια το Δίκτυο, φαί και ρούχα θα τους προσφέρουν μία σειρά φιλανθρωπικών οργανώσεων (π.χ. το σωματείο… «Άρτος Δράση»), στέγαση μία σειρά ξενώνων. Έτσι, το ελληνικό κράτος κατάφερε κάτι αρκετά έξυπνο. Δεν πληρώνει φράγκο στους μετανάστες ούτε για τα στοιχειώδη (αυτά τα καλύπτουν αφενός οι ΜΚΟ και τα «άτυπα δίκτυα κοινωνικής φροντίδας»). Όποιος θέλει να κάνει την σύγκριση (και θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να κάνει και μία σύγκριση κόστους), ας συγκρίνει την μεταναστευτική κοινωνική πολιτική βιομηχανικών χωρών στις δεκαετίες ’60 και ’70 με την μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους την δεκαετία του ’90. Αν μη τι άλλο θα καταλάβει ακόμα καλύτερα ποια είναι η τεράστια διαφορά.
Όλα όμως τα παραπάνω θα πρέπει να βρεθούν μέσα σε εκείνες τις κατάλληλες συνθήκες προκειμένου να μας δώσουν το αποτέλεσμα που σήμερα ονομάζουμε ΜΚΟ και εθελοντισμός. Οι κατάλληλες συνθήκες είναι το νεοφιλελεύθερο κράτος. Οι περικοπές επιδομάτων και το σύνθημα το κόστος στους πολίτες θα ωθήσει και θα εξαναγκάσει πολλούς επαγγελματίες της κοινωνικής πολιτικής να τρέξουν να βρουν εθελοντές («που ενδιαφέρονται για τα κοινά»). Οι ευέλικτες επιχειρήσεις, η πολυειδίκευση, η ελαστική εργασία θα αποτελέσουν τους κρίσιμους κρίκους στην οργάνωση των ΜΚΟ. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέποντας από την μία πιο γρήγορες συναλλαγές και ακόμα πιο γρήγορες ανταλλαγές πληροφοριών θα επιτρέψουν την δημιουργία δικτύων υποστηρικτών, μελών και πελατών, χωρίς να υπολογίζουμε την μείωση του κόστους της εργασίας που επιφέρει μία και μόνο μηχανή (ο ηλεκτρονικός υπολογιστής). Αυτά από την μία, από την άλλη οι ιδεολογικοί μετασχηματισμοί που έλαβαν χώρα την δεκαετία του ’80 και η θαυμαστή εποχή της «κοινωνίας των πολιτών» θα πάρουν ένα προς ένα τα ήδη ηττημένα αιτήματα των ‘80s και θα τα επιστρέψουν: κοινωνική συμμετοχή, εμπλουτισμός της εμπειρίας, ακτιβισμός, διεθνείς ευαισθησίες κλπ. Ακόμα πολλά αιτήματα που εκφέρονται από τα κάτω θα ληφθούν σοβαρά υπόψη, θα χρηματοδοτηθούν και θα υποστηριχθούν.
Στα χρόνια που ακολουθούν λαμβάνουν χώρα μία σειρά διεργασιών: από την μία η σοβαρή κρίση στην οποία βρίσκεται η αντιπροσώπευση. Από την μία τα συνδικάτα, έχασαν όση στοιχειώδη νομιμοποίηση είχε απομείνει από την κριτική των κινημάτων αμφισβήτησης, από το νεοφιλελεύθερο κράτος αυτή την φορά (κατάργηση ουσιαστικά της μόνιμης και σταθερής εργασίας μέσω ατομικών συμβάσεων, εποχιακών, προσωρινών ελαστικών κλπ αλλά και αλλαγές στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας). Τα κόμματα από την άλλη, μετά και από την κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» βρέθηκαν σε μία μικρή κρίση αναπροσανατολισμού μιας και το «αριστερά» και το «δεξιά», χάνουν την σημασία τους και πια τα κόμματα σταματούν να αντιπροσωπεύουν παρά μόνο στοιχειωδώς το «σοσιαλισμό» ή τον «φιλελευθερισμό». Χαρακτηριστικό επ’ αυτού είναι αφενός η κρίση κάποιων ΚΚ της Ευρώπης (το γαλλικό και το ιταλικό, τα ισχυρότερα κάποτε έχουν διαλυθεί…) όσο και το ότι η διαφορετικότητα των κομμάτων της εξουσίας έγκειται στο ποιο μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα την εξουσία. Υπάρχει λοιπόν, ένα κενό διαμεσολάβησης και αντιπροσώπευσης, ένα κενό συνδιαλλαγής.
Η δεκαετία του ’90 θα είναι το καζάνι που όλα τα παραπάνω θα ανακατευτούν για να μας δώσουν αυτό το υπέροχο μείγμα. Η νεοφιλελεύθερη συνθήκη πια επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο, ο εθελοντισμός είναι στις ατζέντες όλων σχεδόν των κομμάτων, των οργανισμών ακόμα και των υπηρεσιών. Μέσα όμως σε αυτή την δεκαετία ελάχιστα θα έχουν απομείνει από τις παλιές δομές του ανταγωνιστικού κινήματος. Και πια το μόνο που μπορούμε να βρούμε στις ΜΚΟ είναι ο «ανθρωπισμός» και η πιο τελειωμένη σοσιαλδημοκρατία.
Συνοψίζουμε: ο εθελοντισμός και οι μκο είναι μία κοινωνικήιστορική δημιουργία, άμεσο προϊόν του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού. Σε αυτή την δημιουργία συμμετέχει τόσο ένα τμήμα των υποκειμένων του κοινωνικού ανταγωνισμού μετά την ήττα των δεκαετιών ’60 και ’70, όσο και του νεοφιλελεύθερου κράτους που αντιλαμβάνεται την αξία χρήσης αυτού του πράγματος. Ο βαθμός της συμμετοχής του ενός ή του άλλου είναι διαφορετικός ανάλογα με την περίπτωση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε κοινωνίας
III.
Ο τρίτος τομέας σήμερα αποτελεί έναν από τους πιο ραγδαία αναπτυσσόμενους τομείς ανάμεσα στα πιο προηγμένα καπιταλιστικά κράτη. Μόνο στις ΗΠΑ για παράδειγμα στις αρχές του ’90 υπήρχαν πάνω από 1.400.000 μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί (!), ενώ στην Αγγλία κατά την ίδια περίοδο γύρω στις 160.000 επίσημα καταχωρημένες οργανώσεις. Ανάλογες τάσεις επέκτασης του τρίτου τομέα παρατηρούνται και στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου υπάρχουν καταγεγραμμένες πάνω από 35.000 οργανώσεις από τις οποίες οι 20.000 δραστηριοποιούνται στην ΑσίαΌσον αφορά την Ελλάδα σημείο καμπής για την ανάπτυξη των ΜΚΟ θεωρείται ο πόλεμος στο Κόσοβο, όπου μια πλειάδα εθελοντικών οργανώσεων προσέφεραν υποστήριξη στο δικτατορικό καθεστώς του Μιλόσεβιτς και ανθρωπιστική βοήθεια προορισμένη στη βάση εθνικών διακρίσεων. Η πρωτοβουλία αυτή των ΜΚΟ, που δεν περιορίστηκε απλά και μόνο στην ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά έλαβε τα χαρακτηριστικά ενεργούς πολιτικής παρέμβασης, αν και ως ένα βαθμό στηρίχτηκε από το ελληνικό κράτος και την εκκλησία, ωστόσο δημιούργησε προβλήματα στη σχέση των ελληνικών με τα διεθνή αφεντικά: «ειδικότερα στην περίπτωση του Κοσόβου, ορισμένες ΜΚΟ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως επιχειρησιακός βραχίονας της φιλοσερβικής κοινής γνώμης, καθώς έφτασαν στο σημείο να έρθουν σε ορισμένες περιπτώσεις σε αντιπαράθεση και με την επίσημη εξωτερική πολιτική των “ίσων αποστάσεων”. Αυτή η διάσταση μεταξύ της κοινής γνώμης, που εκφράστηκε από “εθελοντικές δράσεις”, και του επίσημου κράτους, που έπρεπε να ευθυγραμμιστεί με τις διεθνείς δεσμεύσεις, έφερε σε δύσκολη θέση το διεθνές κύρος της χώρας»Ένα αποτελέσματα της δράσης που ανέπτυξαν οι ΜΚΟ ήταν και η επιβολή κυρώσεων στο ελληνικό τμήμα της εθελοντικής οργάνωσης «Γιατροί Χωρίς Σύνορα» για παράβαση του καταστατικού της οργάνωσης περί αμερόληπτης παροχής βοήθειας σε θύματα πολέμων από όπου αυτά κι αν προέρχονται
Η τεράστια σημασία του τρίτου τομέα καθώς και ο ιδεολογικός ρόλος με τον οποίο τον έχει επιφορτίσει η κυριαρχία αποτελεί έναν από τους πιο βασικούς άξονες χάραξης καθεστωτικής πολιτικής σήμερα από όλες τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Και επειδή ο εθελοντισμός κάνει τη «βρώμικη δουλειά» μέσα στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, επωμιζόμενος το κοινωνικό κόστος (υλικό ή ιδεολογικό) ενεργειών που θέλει να ξεφορτωθεί το νεοφιλελεύθερο κράτος και το ιδιωτικό κεφάλαιο, γι’ αυτό ακριβώς καθίσταται ένα μέσο με αξία χρήσης βαρύνουσας σημασίας στα χέρια των αφεντικών σήμερα. Η χρησιμοποίηση του τρίτου τομέα έχει ως απώτερο σκοπό την επιβολή της κοινωνικής ειρήνης και τη διατήρηση, ως ένα βαθμό, της κοινωνικής συνοχής, ούτως ώστε τ’ αφεντικά να είναι σε θέση να αποσπούν κοινωνική συναίνεση ακόμα και σε περιόδους όξυνσης του κοινωνικού πολέμου. Ειδικότερα, μπορούμε να πούμε πως η αξία χρήσης του εθελοντισμού συνίσταται στα εξής:
α. Πρώτα και κύρια στη δωρεάν εργασία. Η εθελοντική εργασία αποτελεί μια μορφή σχέσης λίγο έως πολύ ελεύθερη που δεν προσβλέπει σε κάποιο άμεσο αντάλλαγμα ή αποτέλεσμα Τα αφεντικά και το νεοφιλελεύθερο κράτος καρπώνονται σήμερα χιλιάδες ώρες από τη συνεισφορά εθελοντικών εργασιών δεκάδων χιλιάδων ευαίσθητων πολιτών. Η δωρεάν εργασία περιλαμβάνει μια πληθώρα υπηρεσιών που γίνεται από τα ίδια τα υποκείμενα αυτόβουλα, εν είδη προσφοράς, χωρίς την προσδοκία κάποιου υλικού κέρδους. Παραδείγματα τέτοιου τύπου δωρεάν εργασίας είναι άφθονα: από την προσφορά βοήθειας σε ξενώνες και κέντρα απεξάρτησης και επανένταξης τοξικομανών έως και τη συμμετοχής σε περιβαλλοντικές οργανώσεις, αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες, πρωτοβουλίες προστασίας των δικαιωμάτων των καταναλωτών κ.ο.κ. Άλλωστε, ακόμα και ιδιωτικές εταιρίες έχουν αρχίσει να προσφεύγουν στη λύση των εθελοντών ώστε να καλύψουν τις ανάγκες σε περιόδους αυξημένης ζήτησης(!)Η εθελοντική εργασία σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο, δεν είναι τελείως δωρεάν λόγω του ότι προσφέρονται κάποιες απολαβές, είτε χρηματικές είτε με κάποια άλλη μορφή προνομίων, στα μέλη εθελοντικών οργανώσεων που αναλαμβάνουν τέτοιες εργασίες. Συχνά, δε, το νεοφιλελεύθερο κράτος προσφέρει φοροαπαλλαγές και χρηματοδότηση σε ΜΚΟ με αντάλλαγμα εθελοντική εργασία. Ωστόσο, αν επιμένουμε να μιλάμε για δωρεάν εργασία είναι γιατί, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν κάποια μορφής ανταλλάγματα, η εργασία αυτή δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά της μισθωτής σχέσης όπως τουλάχιστον αυτή είναι γνωστή από την καπιταλιστική αγορά (έστω κι αν είναι ανασφάλιστη και ευέλικτη) και το βασικότερο οι εθελοντές δεν την αντιλαμβάνονται ως «εργασία». Το γεγονός αυτό επιτρέπει στα αφεντικά να διαχειρίζονται τον πλεονάζοντα πληθυσμό, που λόγω της αποσταθεροποίησης της αγοράς εργασίας έχει μείνει άνεργος. Βασική συνέπεια επομένως της στρατηγικής αυτής είναι και η διαχείριση της ανεργίας. Η ύπαρξη δηλαδή ενός μεγάλου αριθμού ανέργων χρησιμοποιείται από το νεοφιλελεύθερο κράτος ως εφεδρεία στην διεκπεραίωση εργασιών με την παροχή διευκολύνσεων και κάποιας μορφής ανταλλαγμάτων. Παραδείγματα τέτοιων ενεργειών είναι η εθελοντική συμμετοχή σε προγράμματα (που συχνά προστίθενται στο βιογραφικό) και επιτρέπουν, υποτίθεται, στους συμμετέχοντες να βρουν μια θέση στην αγορά εργασίας.
β. Μια άλλη αξία χρήσης του εθελοντισμού είναι πως αποτελεί μια νέα μορφής συμμετοχής στις κρατικές λειτουργίες. Το νεοφιλελεύθερο κράτος έχοντας υπό την κηδεμονία του ένα βασικό αριθμό από ΜΚΟ αποσκοπεί στο να στρέψει τις εθελοντικές τους δραστηριότητες σε τομείς όπου μπορεί ανέξοδα να συμπληρώσει την ελλειμματική του παρουσία ή ακόμα και την πλήρη απουσία του. Μια τέτοιου είδους μορφή συμμετοχής στις κρατικές λειτουργίες αποτελεί η εθελοντική δουλειά σε ναρκομανείς, άστεγους, φυλακισμένους, κλπ. πολλών κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων και κοινωνιολόγων. Κάνοντας μια αναγωγή μπορούμε να πούμε πως μεγάλος αριθμός εθελοντών αποτελούν τα στελέχη που πλαισίωναν με την εργασία τους το παλιό κράτοςπρόνοιας, αν και πολλά από τα μέλη θα μπορούσαν να ανήκουν σε κομματικές επιτροπές παλαιού τύπου. Η συμμετοχή στις εθελοντικές οργανώσεις με αυτήν την έννοια αποτελεί συμμετοχή σε αντιπροσωπευτικούς μηχανισμούς μεταβίβασης συμφερόντων νέου τύπου μεταξύ κοινωνίας και κράτους.
γ. Μια άλλη αξία χρήσης του εθελοντισμού, που συνδέεται με την παραπάνω, είναι η αποκατάσταση της «διερρηγμένης» κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε η κατάρρευση των προνοιακών πολιτικών. Οι μετασχηματισμοί που περιγράψαμε στην αρχή αυτού του κειμένου στο οικονομικό τομέα και στο επίπεδο της παραγωγής καθώς και οι αντιστάσεις των κινημάτων από την άλλη, οδήγησαν σε μια αναδιαμόρφωση των μορφών κοινωνικής αλληλεγγύης. Η αύξηση δηλαδή της ανεργίας και η άνοδος του ατομικισμού, οδήγησαν στην περιθωριοποίηση και τη γκετοποίηση μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Στο σημείο αυτό είναι που παρεμβαίνει ο εθελοντισμός και έρχεται να καλύψει ακόμα ένα «κενό» που αφήνει το κράτοςπρόνοιας γεγονός που στο λόγο των αφεντικών χρίζει ιδιαίτερης βαρύτητας: «Δυστυχώς, όσο και αν διευρυνθεί το “κοινωνικό κράτος”, το έλλειμμα στοργής και ανθρώπινης συμπαράστασης στους πάσχοντες και στους μοναχικούς συμπολίτες μας δεν καλύπτεται με επιδόματα ή με τα ράντσα στα νοσοκομεία. H εθελοντική συμπαράσταση στους πάσχοντες έχει συγκινήσει και έχει στρατεύσει ευάριθμους πολίτες, κυρίως γυναίκες, από πολλά χρόνια πριν, όταν και οι κοινωνικές υπηρεσίες του κράτους ήταν ανύπαρκτες ή ελλιπείς. (…) Η νοοτροπία ότι για όλα έχει ευθύνη και αποστολή το κράτος είναι το αντικίνητρο του εθελοντισμού και το πρόσχημα για την ισχυροποίηση του “εγώ”»Με άλλα λόγια, οι υπάρχοντες θεσμοί δεν αρκούν να διασφαλίσουν την ενσωμάτωση των ατόμων ούτε και να παράσχουν πρότυπα και αξίες όπως στο παρελθόν27 και έτσι ο εθελοντισμός καλείται να απορροφήσει τους κραδασμούς της νεοφιλελεύθερης επίθεσης και να βοηθήσει στην ομαλή ένταξη των περιθωριοποιημένων και των απόκληρων του συστήματος. Ένα παράδειγμα μιας τέτοιου είδους εθελοντικής πρακτικής ήταν τα λεγόμενα «αντιθερμά καλοκαίρια», που εφαρμόστηκαν στη Γαλλία από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά από την αύξηση της ημιπαρανομίας και των «παραβατικών» ενεργειών από ομάδες νέων με σκοπό την επανένταξη των περιθωριοποιημένων νέων μέσα από την παροχή υπηρεσιών σε κοινωφελή ιδρύματα.
Υπάρχει ένα υπόλοιπο της εθελοντικής πρακτικής που δεν είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένο στον ελλαδικό χώρο, αντίθετα από ότι διεθνώς, που της προσδίδει μία σχετικά καινοτόμα αξία χρήσης για την σύγχρονη κρατική μορφή. Είναι η προώθηση και η ενσωμάτωση της εθελοντικής ιδεολογίας και πρακτικής σαν επικουρική συνιστώσα των κρατικών πολιτικών. Για παράδειγμα, η συστράτευση με το αμερικάνικο κράτος τόσων πολλών στρατιωτικών εταιριών στο πολεμικό πεδίο του Ιράκ, εταιριών που είτε έχουν ρόλο εκπαίδευσης του ντόπιου πληθυσμού στις σύγχρονες πρακτικές περί ασφάλειας και πολέμου, είτε αναλαμβάνουν την φύλαξη και την ασφάλεια διαφόρων στρατιωτικών στόχων, επιβεβαιώνει μια συμπλοκή του εθελοντισμού με την εξωτερική πολιτική του κράτους. Ωστόσο, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε αυτό το σημείο. Τα χαρακτηριστικά τέτοιου τύπου «εθελοντικών οργανώσεων» είναι διαφορετικά από ότι έχουμε περιγράψει (όσον αφορά τον ρόλο, τον τρόπο λειτουργίας, την σχέση εργασίας που κυριαρχεί σε αυτές, τον ιδεολογικό προσανατολισμό τους), σε σημείο που μας κάνει να υποθέσουμε βάσιμα ότι αποτελούν ένα παράδειγμα για το πώς το ιδιωτικό κεφάλαιο αναγνωρίζοντας τα σημεία των καιρών συγκαλύπτει τις δραστηριότητες του (μιλιταριστικού χαρακτήρα στην συγκεκριμένη περίπτωση), με τον ίδιο πάντα σκοπό (δηλαδή τις μπίζνες του), σε σύμπλευση με τον στρατιωτικό βραχίονα του κράτους.
Πιο απλά: μιλάμε δηλαδή περισσότερο για την χρήσης μιας κοινωνικής ομπρέλας (ή καλύτερα ταμπέλας, αυτής του εθελοντισμού) από το ιδιωτικό στρατιωτικό κεφάλαιο και από το αμερικάνικο κράτος, προκειμένου να αποσπαστεί η απαραίτητη κοινωνική συναίνεση, παρά για μια εφαρμογή της εθελοντικής πρακτικής και ιδεολογίας. Για τον ίδιο λόγο οι έλληνες μισθοφόροι φασίστες που πολέμησαν στο πλευρό των σερβοφασιστών στην διάρκεια του γιουγκοσλάβικου εμφυλίου, μόνο εθελοντές θεωρούμε ότι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Χαρακτηρίστηκαν ωστόσο έτσι ώστε να συγκαλυφθεί ο πραγματικός χαρακτήρας της σχέσης τους με τμήματα του ελληνικού κράτους, και η ιμπεριαλιστική του στρατηγική που καλύφθηκε κάτω από τον μανδύα της ελληνοσερβικής φιλίας.
Πέρα από αυτά, όπως είπαμε και προηγουμένως, ο εθελοντισμός αποτελεί μια νέα ιδεολογία συμμετοχής στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα με διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν. Το ιδεολογικό στοιχείο με το οποίο έχει επενδυθεί η λειτουργία αυτή είναι η επικέντρωση της προσοχής στα συμπτώματα και τα παρεπόμενα του συστήματος, συγκαλύπτοντας τις βαθύτερες αιτίες των σημερινών ζητημάτων. Μένοντας δηλαδή μυωπικά προσκολλημένη στην αντιμετώπιση επιμέρους προβλημάτων, η ιδεολογία αυτή αποκρύπτει την οποιαδήποτε σύνδεση των προβλημάτων αυτών με άλλα ευρύτερα, αποσιωπώντας έτσι εντέλει την ίδια την ύπαρξη της καπιταλιστικής σχέσης και της συνειδητοποίησης του καπιταλισμού ως σχέση. Η λογική των εθελοντικών πρακτικών δεν αντιλαμβάνεται τα προβλήματα ως πολιτικά, αλλά αντίθετα ως προβλήματα «διαχείρισης» της κρίσης του υπάρχοντος συστήματος, ως «αστοχίες» του κυβερνητικού σχεδιασμού ή ως «δυσλειτουργίες» των «υπερφιλελεύθερων» επιλογών. Γι’ αυτό ακριβώς και η στρατηγική που ακολουθούν οι ΜΚΟ και οι περισσότερες εθελοντικές οργανώσεις είναι η διατύπωση προτάσεων σε προβλήματα κοινωνικής «παθογένειας» με τη μορφή τεχνικών οδηγιών σε θεσμικό επίπεδο. Αυτό το στοιχείο είναι που επιτρέπει στο νεοφιλελεύθερο κράτος να παρουσιάζει τον εθελοντισμό ως μια διέξοδο προς την ενεργή αντιμετώπιση των «κοινωνικών προβλημάτων». Προβλήματα δηλαδή, που έχουν απολυμανθεί από κάθε πολιτική διάσταση για να μετατραπούν σε ζητήματα κοινωνικής παρέμβασης των πιο «προοδευτικών» πολιτών που με τη δράση τους, στην ουσία, στηρίζουν και νομιμοποιούν ακόμα περισσότερο το αστικοδημοκρατικό καθεστώς. Η ιδεολογία αυτή έτσι μπορεί και στρέφει μεγάλα κομμάτια των πιο ευαίσθητα κοινωνικά κατηγοριών προς τα κοινά, «επαναπολιτικοποιώντας» με μια έννοια τις κατηγορίες αυτές, με τρόπο όμως που η πρακτική αυτή να μένει δέσμια της λογικής της κοινωφελούς προσφοράς στη θέση της συλλογικής διεκδίκησης και της ανάπτυξης ανταγωνιστικών πρακτικών. Κύριος τρόπος λειτουργίας αυτής της μορφής συμμετοχής είναι οι ομάδες πίεσης, τα λόμπι, που προσπαθούν να πετύχουν τους στόχους τους με την άσκηση διαφόρων μορφών πιέσεων στον κρατικό μηχανισμό, επηρεάζοντας έτσι τη χάραξη του πολιτικού σχεδιασμού
Με δεδομένη την εμπειρία του ’99 και της δύσκολης θέσης την οποία έφεραν οι ΜΚΟ τα ελληνικά αφεντικά, η απάντηση του ελληνικού νεοφιλελεύθερου κράτους δεν μπορούσε να είναι άλλη από τον, όσο το δυνατό, μεγαλύτερο εναγκαλισμό όλων αυτών των πρωτοβουλιών και ενεργειών προκειμένου να αποσπάσει τα οφέλη τα οποία περιγράψαμε. Ιδιαίτερα οι σοσιαλφιλελεύθεροι, ως οι καλύτεροι υπερασπιστές του υπάρχοντος καθεστώτος, είναι οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του εθελοντισμού και της δράσης της κοινωνίας των πολιτών που τη βλέπουν ως ένα «αριστερό αντανακλαστικό» της κοινωνίας. Η βασική καινοτομία της υποστήριξης και ενσωμάτωσης των εθελοντικών οργανώσεων από τις σοσιαλφιλελεύθερες και αριστερές πολιτικές δυνάμεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ) είναι η ρητή προσπάθεια να στραφούν όλες αυτές οι τοπικές και, πολλές φορές, ασύνδετες πρωτοβουλίες προς όφελος τόσο των κομματικών μηχανισμών όσο, και κυρίως, του ίδιου του κράτους. Πολύ περισσότερο δε, είναι ένας προωθημένος τρόπος για να αφομοιωθεί το κοινωνικό δυναμικό όλων αυτών των εθελοντικών ενεργειών ώστε να καταφέρει το κράτος να κατανοήσει την κίνηση και τα αιτήματα της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί το νεοφιλελεύθερο κράτος να χρησιμοποιεί τους εθελοντές και «το κέφι τους, τον ενθουσιασμό τους, τη φρέσκια ματιά τους, συμβάλλοντας από τη δική του μεριά με τη γνώση, την εμπειρία και τον επαγγελματισμό των λειτουργών του» και έτσι «πολίτης και κράτος» να έλθουν πιο κοντάΤα χαρακτηριστικά αυτά που παρουσιάζει ο εθελοντισμός σε όλες του τις εκφάνσεις είναι που επιτρέπουν σε επικοινωνιακό (βλ. προπαγανδιστικό) επίπεδο να μετατοπίζεται το βάρος από τις παρωχημένες λαϊκίστικες πολιτικές συνταγές βασιζόμενες υπόρρητα στην εικόνα του χαρισματικού ηγέτη που δίνει τη σωστή λύση στην κρίση στο άνοιγμα στα αιτήματα και τις πρωτοβουλίες των ίδιων των πολιτών. Αυτή είναι και το μεγάλο στοίχημα που σε ρητορικό επίπεδο τουλάχιστον έχει θέσει η πολιτική του Γιώργου Α. Παπανδρέου. Από τη μια πλευρά, ενσωματώνοντας τα αιτήματα αυτά και από την άλλη αντιγράφοντας τη λειτουργία των ΜΚΟ οι κομματικοί μηχανισμοί προσπαθούν να ξαναποκτήσουν τα κοινωνικά ερείσματα εκείνα τα οποία είχαν χαθεί από τα γραφειοκρατικού τύπου κόμματα μετά την αποπολιτικοποίηση του ’80.
IV.
Κεντρική συνιστώσα στη λειτουργία των εθελοντικών οργανώσεων είναι ο ρόλος των ίδιων των εθελοντών. Η κοινωνικοοικονομική σύνθεση της κατηγορίας από την οποία απαρτίζονται οι εθελοντές αφορά κυρίως μικρομεσαία, μεσαία και μεσοανώτερα στρώματα του δυτικού πληθυσμού που διαθέτουν ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση. Αν και δε διαθέτουμε επαρκή στοιχεία πάνω στο θέμα αυτό ωστόσο, οι περισσότερες ενδείξεις δείχνουν πως σε εθελοντικές οργανώσεις δραστηριοποιούνται άτομα από μεσαίες τάξεις, που διαθέτουν αρκετό ελεύθερο χρόνο παρά άτομα από χαμηλότερα στρώματα. Βασικό ρόλο ανάμεσά τους παίζουν οι κατηγορίες των φοιτητών, των νέων στην αναζήτηση ενός πρώτου επαγγέλματος, των ανέργων, ενώ όσον αφορά τον παράγοντα φύλο, η συμμετοχή των γυναικών είναι σημαντική.
Η πρακτική των εθελοντών δε συνδέεται με τη φιλανθρωπία, ούτε αποτελεί μετεξέλιξη της φιλανθρωπίας, γιατί η εθελοντική προσφορά δεν έχει σκοπό απλά και μόνο να προσφέρει οίκτο ή να απαλύνει τον πόνο, αλλά να επηρεάσει τις εξελίξεις και να λάβει ενεργά μέρος στη λήψη των αποφάσεων. Έτσι, ο εθελοντισμός προσφέρει, πέρα από ένα αίσθημα κοινού ανήκειν και μιας ταυτότητας στους συμμετέχοντες, τη δυνατότητα παρέμβασης σε επιμέρους ζητήματα. Η προσφυγή στην άμεση δράση προβάλλεται από πολλούς εθελοντές ως η απάντηση στην αδράνεια, τον ατομικισμό της καταναλωτικής ζωής και τις υλιστικές αξίες της οικονομίας της αγοράς: «[…] σήμερα όλα είναι προς πώληση», αναφέρει ένας εθελοντής του Αθήνα 2004, «οι πάντες και τα πάντα αγοράζονται, κάτι που αποδίδω στις συνθήκες των καιρών μας που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους να σκέφτονται και να πράττουν έτσι»Έτσι, η ιδεολογική μήτρα από την οποία αντλεί ο εθελοντισμός τα χαρακτηριστικά του αφορά, πρώτα και κύρια, τις μεταϋλιστικές και συμβολικές αξίες των νέων μικροαστικών στρωμάτων (ελευθερία, αυτοπραγμάτωση, κ.ά.) της νεοφιλελεύθερης περιόδου, που βρίσκονται σε αντίθεση με τις υλιστικές αξίες της περιόδου κυριαρχίας του κράτους πρόνοιας, και κατά δεύτερο τις αξίες της προσφοράς και της κοινοτικής αλληλεγγύης. Στη βάση αυτή λοιπόν, οι εθελοντές κατασκευάζουν τις δικές του μορφές νομιμοποίησης μέσα από πλήθος στοιχείων χωρίς να προστρέχουν σε κάποια έτοιμη και μονολιθική ιδεολογία.
Η βασική, όμως, ιδεολογική γραμμή του εθελοντισμού είναι κατά πρώτο λόγο η αστικοδημοκρατική ιδεολογία της συμμετοχής σε κοινωνικά ζητήματα. Σε αντίθεση με μια σειρά από μεταφυσικές αναζητήσεις, όπως εκείνη της εσωτερικής πνευματικότητας, της ενδοσκόπησης και των άλλων ατομικιστικών πρακτικών που προσφέρει σήμερα το σύστημα ως καταφύγιο από κάθε είδους ενοχές και τύψεις, ο εθελοντισμός επιτρέπει την ενεργή συμμετοχή τόσο σε ομάδες πίεσης όσο και σε ακτιβιστικού τύπου ενέργειες, οι οποίες λειτουργούν αποενοχοποιητικά για τους εθελοντές στη βάση της εκπλήρωσης ενός κοινωνικού καθήκοντος. Ξαναβρίσκουμε ακριβώς εδώ, την πιο απολιτική όψη της ιδεολογίας του ακτιβισμού31 που κινητοποιεί στη βάση συναισθηματικών ταυτίσεων και μανιχαϊστικών λογικών (οι «κακοί» πολιτικοί, οι «κακές» πολυεθνικές, οι «ανυποψίαστοι αλλά καλοί» άνθρωποι, κ.ο.κ) που δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να μυστικοποιούν ακόμα περισσότερο τις σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης και παράλληλα να αδειάζουν το περιεχόμενό των σχέσεων αυτών από κάθε πρακτικό πολιτικό προσανατολισμό. Παραμένοντας η ιδεολογία αυτή μυωπικά προσκολλημένη στην αντιμετώπιση του επιμέρους, προσπαθεί να συνδέσει κάθε ενέργεια με ένα άμεσο αποτέλεσμα, είτε ασκώντας πιέσεις σε διάφορους «επιβλαβείς» θεσμούς ή «ζημιογόνες» εταιρίες, είτε μέσα από την προσφυγή σε διάφορες νομικίστικες οδούς. Πρακτικές δηλαδή που αναπαράγουν την παραπλανητική εντύπωση πως η λύση των προβλημάτων είναι πρώτα και κύρια ζήτημα τήρησης ή εφαρμογής κάποιων κανόνων (αν όχι νόμων). Για παράδειγμα, το «περιβαλλοντικό πρόβλημα», αφού συρθεί πρώτα στο χώρο της «οικολογίας» ξεκομμένο από τα ευρύτερα πολιτικά, κοινωνικά ζητήματα, μετατρέπεται κατόπιν σε ζήτημα εφαρμογής της συνθήκης του Κιότο ή χρησιμοποίησης «εναλλακτικής» αντιρρυπαντικής τεχνολογίας ή ακόμα και σε ατομικιστικό πρόβλημα (χρησιμοποίηση π.χ. του ποδηλάτου για τη μετακίνηση στις μεγαλουπόλεις στη θέση των Ι.Χ). Πρακτικές δηλαδή, οι οποίες, στην ουσία, βοηθούν ακόμα περισσότερο το σύστημα να ξεπεράσει τα προβλήματα που το ίδιο έχει προκαλέσει μετατοπίζοντας την παραγωγή και την κατανάλωση σε άλλου είδους λύσεις γιατί ποιος είπε εξάλλου πως δεν υπάρχουν νέες «εναλλακτικές» προτάσεις, που εποφθαλμιούν μια θέση στην αγορά, από πολλές πολυεθνικές που λανσάροντας φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα καθησυχάζουν τους πελάτες τους στο να συνεχίσουν να καταναλώνουν απερίσπαστοι και χωρίς ενοχές;
Η λογική της άμεσης δράσης, βασική συνιστώσα της εθελοντικής πρακτικής και ιδεολογίας αναθέτει με έναν πολύ ιδιαίτερο κοινωνικό ρόλο τους ίδιους τους συμμετέχοντες. Τον κοινωνικό ρόλο που ονομάζεται «εθελοντής», δηλαδή το πιο προωθημένο μέλος της κοινωνίας, ο υπερασπιστής φιλελεύθερων δικαιωμάτων και ο εισηγητής των πιο προοδευτικών ιδεών και αντιλήψεων. Μια αντίληψη που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να θέτει νέους διαχωρισμούς στο επίπεδο της δράσης. διαχωρισμούς δηλαδή μεταξύ μιας πρωτοπορίας ειδικών της άμεσης δράσης που αναλαμβάνουν ενέργειες και πρωτοβουλίες και των πιο παθητικών, υποτίθεται, κομματιών της κοινωνίας. Χωρίς αμφιβολία, η αντίληψη του ειδικού ρόλου του εθελοντή μέσα στην κοινωνία επιτείνει ακόμα περισσότερο τη συντηρητικοποίηση και συντηρεί την παθητικότητα εφόσον δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως για κάθε πρόβλημα υπάρχει ο ειδικός που την κατάλληλη στιγμή θα κλιθεί να προσφέρει, ενώ οι υπόλοιποι μπορούν να συνεχίσουν απερίσπαστοι ό,τι έκαναν και πριν. Οι συμβολικές και θεαματικού τύπου ενέργειες που χρησιμοποιούν πολλοί εθελοντές προκειμένου να περάσουν το μήνυμά τους στην κοινωνία αναπαράγουν έστω κι αν δεν είναι αυτή η πρόθεσή τους αυτήν ακριβώς την αντίληψη, οδηγώντας έτσι σε μορφές δράσης που κατατάσσονται στο ενεργητικό τους ως πράξης αυτοθυσίας και αυταπάρνησης, αλλά που δεν προάγουν εντέλει την υπευθυνότητα, τη συνέπεια και τη συνειδητοποίηση γιατί οι σκοποί για τους οποίους αγωνίζονται διαχωρίζονται πλήρως από την καθημερινή πρακτική. Την ιδεολογική σημασία αυτού ακριβώς του γεγονότος την έχουν κατανοήσει πολύ καλά τ’ αφεντικά σήμερα και για το λόγο αυτό σπεύδουν να καρπωθούν τη συμμετοχή των εθελοντών σε πλήθος δραστηριοτήτων και εργασιών παρουσιάζοντάς τους ως «ήρωες»Η ηρωοποίηση ακριβώς αυτή είναι που κάνει σήμερα ιδιαίτερα ελκυστική την εθελοντική ιδεολογία της προσφοράς στα μυαλά πολλών ευαίσθητων μικροαστών και μεσοαστών.
Η ηρωοποίηση, που ως ιδεολογία κάνει την εμφάνισή της με το τέλος των μεταφυσικών παραστάσεων και των υπερβατικών ιδεολογιώνπροβάλλεται από την κυριαρχία σήμερα ως μια ατομικιστική διέξοδος σε προβλήματα που έχουν τεθεί από την ίδια την κοινωνική οργάνωση δημιουργώντας την αυταπάτη της αυτονομίας και της προσωπικής αυτοπραγμάτωσης. Και αυτό γιατί ο εθελοντής, ως το υπερυποκείμενο εκείνο που είναι σε θέση να φέρει σε πέρας δύσκολες αποστολές θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή του σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί και αντιπαρέρχεται τα προβλήματα στηριζόμενος απλά και μόνο στη θέλησή του για προσφορά. Όσο μάλιστα πιο ειλικρινής και ανιδιοτελής είναι η εθελοντική προσφορά τόσο περισσότερο αναμφισβήτητα παρουσιάζονται τ’ αποτελέσματά της μιας και εμφανίζονται ως ενισχυτικά των αξιών του συστήματος: ελευθερία και ίσες ευκαιρίες. Έτσι, οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις που διατρέχουν το σύστημα απ’ άκρη σ’ άκρη ταχυδακτυλουργικά εξαφανίζονται για να μετατραπούν σε ζητήματα, απλά και μόνο, ατομικής επιλογής και προσφοράς.
Επίλογος
Τελειώνοντας την δεύτερη ενότητα αυτού του κειμένου θα μπορούσαμε να βρεθούμε ενώπιον της εύλογης απορίας του τακτικού αναγνώστη: τι σχέση έχει η αυτοθέσμιση των πρώιμων μορφών του εργατικού κινήματος και οι κοινωνικοί αγώνες των δεκαετιών '60 και '70, τι σχέση έχει ο Μπίσμαρκ με την Θάτσερ, και όλα αυτά τι σχέση έχουν με τον εθελοντισμό; Εν πάσει περιπτώσει: γιατί θέλατε να μιλήσετε για τον εθελοντισμό, ένα φαινόμενο πρωτότυπο όπως τουλάχιστον το θέσατε, γιατί θεωρήσετε απαραίτητο να το πιάσετε με αυτό τον τρόπο, και δεν μιλήσατε μόνο για το σήμερα;
Η απορία θα ήταν ακόμα πιο εύλογη, αν απευθυνόταν στους συντάκτες ενός αποκλειστικά θεωρητικού περιοδικού της κυριαρχίας, ή όχι. Ωστόσο, οφείλουμε να διευκρινίσουμε (για άλλη μια φορά) ότι δεν απευθύνεται σε τέτοιους αλλά σε ενεργά πολιτικά υποκείμενα της αμφισβήτησης, για τους οποίους θεωρία και δράση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής τους σκέψης και πράξης. Με αυτή την έννοια, η μεθοδολογία αντιμετώπισης ενός ζητήματος είναι για μας αναπόσπαστο τμήμα της αντίληψης αυτού του ζητήματος. Γι’ αυτό τον λόγο αντιμετωπίσαμε τον εθελοντισμό, όπως και κάθε φαινόμενο άλλωστε, σαν φαινόμενο κοινωνικό και ιστορικό. Σαν μια συνθήκη δηλαδή, που προέκυψε ως προϊόν της σύγκρουσης ανταγωνιστικών δυνάμεων, ως προϊόν ανταγωνιστικών κοινωνικών σχέσεων. Αν μη τι άλλο, αυτός ο τρόπος αντίληψης των πραγμάτων, έχουμε την βαθιά πεποίθηση ότι μας απαλλάσσει από την μονομερή αντίληψη του φαινομένου, που σαν τέτοια είναι εξορισμού λανθασμένη. Γιατί το να βλέπεις μια μόνο όψη της πραγματικότητας με την οποία προσπαθείς να αντιπαρατεθείς μαζί της (ας πούμε, με το να βλέπαμε τον εθελοντισμό σαν κρατική «χειραγώγηση» αποκλειστικά, ή σαν «παραπλάνηση» ανθρώπων με κατά βάση καλές προθέσεις, ή σαν έκφραση «κάποιου νέου μιλιταρισμού») , ισοδυναμεί με το να κάνεις λάθος.
Τελειώνοντας, να υπενθυμίσουμε ότι η ανάλυση μας δεν φιλοδοξεί να στεφανωθεί με κοινωνιολογικές δάφνες, τις οποίες άλλωστε σιχαινόμαστε. Στόχος μας εξαρχής ήταν μια στο μέτρο του δυνατού από τα κάτω ανάγνωση και κατανόηση της νεοφιλελεύθερης μορφής κράτος και του τραόπου με τον οποίο αρθρώνεται ο εθελοντισμός με αυτήν, υπό ένα πρίσμα που θα ανοίγει ταυτόχρονα τους ορίζοντες για μια κριτική και ριζική αντιπαράθεση μαζί της. Ή για να είμαστε πιο μετριοπαθείς, υπό ένα πρίσμα που θα ανιχνεύει την δυνατότητα διάνοιξης αυτών των οριζόντων.



1. Ο Μάνουελ Καστέλς επεξεργάζεται εκτενώς αυτή την μετάβαση στο The rise of network society, ένα κεφάλαιο του οποίου έχει εκδοθεί στα ελληνικά με τίτλο Ο μετασχηματισμός της εργασίας και της απασχόλησης, από την Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.
2. Το εξαιρετικά βαρετό βιβλίο του Τζέρεμι Ρίφκιν με τίτλο Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, ένα βιβλίοευαγγέλιο για τους σοσιαλδημοκρατικούς κύκλους της κυρίαρχης ιδεολογίας, αντλεί σε κάθε του γραμμή επιχειρήματα από ένα πρωτόγονο τεχνολογικό ντετερμινισμό, προκειμένου να θεμελιώσει αυτή την ιδέα.
3. Στο Μεταφορντισμός και κοινωνική μορφή, εκδ. Εξάντας, όπως και στο Post fordism, a reader, εκδ. Blackwell, παρουσιάζονται μερικές από τις καλύτερες στιγμές αυτής της συζήτησης. Επίσης στα ελληνικά: Μεταφορντισμός και πολιτική, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, όπου άξονας της συζήτησης είναι το βιβλίο των ΝέγκριΧαρντ Η εργασία του Διόνυσου εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα.
4. Το μοντέλο Toyota περιγράφεται αρκετά καλά στο Εργασία και κοινωνία του Α. Λύτρα, εκδ. Παπαζήση.
5. «Οι Ιάπωνες εφάρμοσαν το σύστημα ΚΑΝΒΑΝ που είναι γνωστό σαν just in time παραγωγή. Πρόκειται για μια τεχνική που οδηγεί στην μείωση των αποθεμάτων, χωρίς όμως την μείωση του επιπέδου εξυπηρέτησης των πελατών. Η λογική του βασίζεται στο ότι αν τα υλικά φθάνουν στο χώρο παραγωγής, ή στην αποθήκη, την χρονική στιγμή που πραγματικά χρειάζονται, τότε δεν υπάρχει ανάγκη διατήρησης αποθεμάτων. Στην ιαπωνική αυτή λογική, η αποθήκη είναι απλά ένας χώρος όπου τοποθετεί κανείς τα προϊόντα που δεν χρειάζεται τώρα. Ένας ιδανικός στόχοςόριο θα ήταν η κατάργηση των αποθηκών. Οι απαιτήσεις του συστήματος σε συνέπεια και τήρηση των συμφωνημένων χρόνων παράδοσης είναι μεγάλες και πρέπει να τηρούνται με θρησκευτική ευλάβεια». Από συνέντευξη μεγαλοστελέχους ελληνικής εταιρείας στο περιοδικό AllPack, τχ. 5, Δεκέμβρης 2004.
6. Θα άξιζε μια τέτοια έρευνα αλλά δεν είναι του παρόντος, για μας τουλάχιστον. Πάντως το ζήτημα της διαχείρισης της εργασίας έξω από τα εθνικά σύνορα, όπως και της διαχείρισης της μεταναστευτικής εργασίας, είναι βασικό στην σημερινή πολιτική του νεοφιλελεύθερου κράτους.
7. Ο μονεταρισμός δεν βασίστηκε μόνο σε αυτήν την πολιτική, που θα ονομάζαμε χοντρικά «εθνική». Στην πραγματικότητα, το κεφάλαιο και η κυρίαρχη τάξη αντιλήφθηκαν νωρίς, ότι τα προβλήματα της «οικονομικής» κρίσης από την οποία διήλθαν και με δεδομένη την εμπειρία της «πετρελαϊκής» κρίσης του ‘73 δεν λύνονται χωρίς παράλληλα να δημιουργηθούν εκείνες οι συνθήκες έξω από τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες, που θα επιτρέψουν την απρόσκοπτη ροή ανταλλακτικών αξιών και απόσπασης υπεραξίας και έξω από τα εθνικά τους σύνορα. Όλη η συζήτηση που αφορά την «παγκοσμιοποίηση» συζήτηση που δεν μπορούμε να κάνουμε εδώ και που ξεκινάει σαν συνθήκη με την εφαρμογή των «δομικών προγραμμάτων αναπροσαρμογής» υπό την αιγίδα του ΔΝΤ, πρέπει να ενταχθεί σε αυτό το πλαίσιο ανάλυσης. Επίσης, σήμερα βρισκόμαστε ενώπιον της κρίσης σε όλες τις δυτικές χώρες αυτού του μοντέλου που περιγράφουμε.
8. Στο Η εξέγερση της εγγλέζικης νεολαίας, εκδ. Κομμούνα, υπάρχουν κείμενα αρκετά ενδιαφέροντα γι’ αυτή την ιστορία, όπως και διαφωτιστικά για το ποια «εγγλέζικη» νεολαία ήταν αυτή που εξεγέρθηκε.
9. Παραδοσιακά τα πιο ισχυρά τμήματα της βρετανικής εργατικής τάξης ήταν οι ανθρακωρύχοι, οι λιμενεργάτες και οι εργάτες στην ηλεκτρική ενέργεια. Η ιστορία της απεργίας των βρετανών ανθρακωρύχων είναι εξαιρετικά διδακτική για το πώς το κεφάλαιο κατάφερε να συντρίψει ένα από τα πιο ισχυρά κομμάτια της εργασίας, σε μια εποχή γενικευμένης ήττας του ανταγωνιστικού κινήματος. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να ασχοληθούμε με την ανάλυση αυτού του γεγονότος (υπάρχει μια σχετική έκδοση στα ελληνικά, Ο αγώνας των βρετανών ανθρακωρύχων, εκδ. Αγριόγατα), ωστόσο για την σημασία που είχε αυτή η νίκη για το βρετανικό (και όχι μόνο φυσικά) κράτος, κρατάμε την δήλωση της Θάτσερ στην αρχή της απεργίας: «Στα Φόκλαντς είχαμε να αντιμετωπίσουμε έναν εξωτερικό εχθρό (την Αργεντινή). Τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα εσωτερικό εχθρό που είναι ισχυρότερος και πιο επικίνδυνος για την ελευθερία μας».
10. Υπάρχει ακόμα μια διαδικασία που μπαίνει σε εφαρμογή παράλληλα με αυτή της ανάπτυξης του τρίτου τομέα και που έχει τον ίδιο ακριβώς ρόλο με αυτή. Αυτή η διαδικασία που έχει πάρει την πιο πλήρη μορφή της στις ΗΠΑ είναι η ποινικοποίηση των ασθενέστερων οικονομικά και κοινωνικά στρωμάτων. Για λόγους χώρου δεν θα επεξεργαστούμε τώρα αυτό το ζήτημα.
11. Για παράδειγμα Θ. Αλεξίου «Ιδεολογικές και κοινωνικές λειτουργίες του εθελοντισμού και της εθελοντικής εργασίας», περιοδικό Θέσεις τχ. 83.
12. Για την νεοφιλελεύθερη θέση ο Ρίφκιν δίνει κάποια στοιχεία στο βιβλίο που έχουμε ήδη αναφέρει για την σοσιαλφιλελεύθερη Η. Μοσκώφ Πολιτική κουλτούρα και Κοινωνία των Πολιτών στην Ελλάδα την εποχή της παγκοσμιοποίησης, ΙΣΤΑΜΕ.
13. Τα ιδρυτικά και κορυφαία στελέχη της ΕΚΠΟΙΖΩ μίας οργάνωσης δικαιωμάτων καταναλωτή ήταν όλα παλιοί αριστεριστές.
14. Popular Medicine (τευχος 26, Μάρτης ’05)
15. Η διαδικασία που περιγράψαμε δεν αφορά συνολικά όλες τις ανταγωνιστικές δομές και ούτε όλες τις μκο, φυσικά…, αφορά ωστόσο το μεγαλύτερο κομμάτι τους.
16. Κάποια πράγματα λέγονται επ’ αυτού και στο προηγούμενο τεύχος.
17. Ο λόγος «Δύο εκατομμύρια φωτεινά σημεία» του Μπους το 1990, αναφέρεται από τον Ρίφκιν στο Τέλος της εργασίας…
18. Ρίφκιν, οπ. παρ. σελ. 437.
19. Στην ελληνική περίπτωση να παραπέμψουμε στο πρόγραμμα «Βοήθεια στο σπίτι» που εφαρμόζουν πολλοί δήμοι και το οποίο έχει έναν τέτοιο χαρακτήρα.
20. Με το υποδομή υποδοχής δεν εννοούμε τα κέντρα συγκέντρωσης, εννοούμε εκείνο το σύνολο υπηρεσιών το οποίο θα υποδεχτεί έναν ξένο στην χώρα και θα του παρέχει διάφορες υπηρεσίες (υγειονομικές, εκπαιδευτικές κλπ.)
21. Για παράδειγμα ο ολυμπιακός εθελοντισμός είναι περισσότερο μία κατασκευή από τα πάνω ενός συλλογικού υποκειμένου με χαρακτηριστικά εθελοντή, που πάτησε σε ευρεία διαδεδομένες μικροαστικές αξίες, παρά μία κατασκευή από τα κάτω ενός φανταστικού λέμε τώρα «κινήματος ολυμπιακών ιδεωδών». Για αυτό και τόσο η σύνθεση του ολυμπιακού εθελοντισμού, όσο και η ιδεολογία του παρουσιάζει ποιοτικές διαφορές σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα ιδεών του εθελοντισμού. Και δεν είναι άσχετη με αυτό η εχθρότητα των άλλων εθελοντών απέναντι στους ολυμπιακούς εθελοντές.
22. Για ΗΠΑ βλ. Ρίφκιν, οπ.παρ. σ. 422, για Αγγλία βλ. Α. Γκίντενς, Ο Τρίτος Δρόμος, Πόλις, Αθήνα, 1998, σ. 116 και για αναπτυσσόμενες χώρες και Ασία βλ. Ρίφκιν, ό.π. σ. 480. Βέβαια, μια απλή έρευνα στις πηγές χρηματοδότησης των ΜΚΟ αρκεί μόνο για να δείξει πόσο «μη κυβερνητικές» και ανεξάρτητες από το ιδιωτικό κεφάλαιο είναι.
23. Απόσπασμα από το βιβλίο Πολιτική κουλτούρα και Κοινωνία των Πολιτών…, όπ. παρ. σσ. 6566.
24. Για στοιχεία όπ. παρ. σ. 61.
25. Για την πρωτοβουλία της British Air Ways να στρατολογήσει εθελοντές κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων βλ. Ελευθεροτυπία, 31122004.
26. Απόσπασμα από το άρθρο του Γιώργου Ρωμαίου με τίτλο «Περί εθελοντισμού», στο Βήμα της 862003.
27. Προφανώς αυτό δε σημαίνει πως συμμεριζόμαστε τα ηθικοπλαστικά επιχειρήματα περί «κρίσης», «φτώχειας αξιών» και «κοινωνικής οπισθοδρόμησης» που είναι πολύ της μόδας τελευταία ιδιαίτερα από τους θεματοφύλακες της Ηθικής και που στην ουσία δεν εκφράζουν τίποτα άλλο παρά το συντηρητισμό της κοινωνικής ευταξίας.
28. Για στοιχεία βλ. Το Τραίνο, τχ. 21, Ιούνης 2003.
29. Βλ. «Ο Μακρυγιάννης και η Τζιοκόντα», άρθρο του Π. Τατούλη για την εθελοντική προσφορά στον τομέα του πολιτισμού, Το Βήμα, 01052005
30. Βλ. «“Ένας καλύτερος κόσμος είναι εφικτός αν τον πιστέψουμε”. Πέντε εθελοντές μιλούν για την εμπειρία τους», Ελευθεροτυπία, 2382004
31. Για τον ακτιβισμό ως ιδεολογία βλ. Τα Παιδιά της Γαλαρίας, τχ. 9, 2001 και Το Τραίνο τχ. 21, Ιούνης 2003.
32. «Γίνε ο ήρωας της πόλης σου. Γίνε και εσύ εθελοντής στο Δήμο Αθηναίων». Από διαφημιστική καμπάνια του Δήμου Αθηναίων.
33. Ο Βέμπερ για παράδειγμα ήδη από τις αρχές 20ου του αιώνα συνέδεε την άνοδο της με την απομάγευση από τις ηθικοθρησκευτικές παραστάσεις του κόσμου (Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού, 1920), ενώ ο ΜερλώΠοντύ σημείωνε πολύ αργότερα πως η ηρωοποίηση βρίσκει το απόγειο της σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε διαρκή κίνηση (Sens et nonsens, 1948)

No comments: