Τεύχος Δεύτερο - Χίλιες Και Μια Μέρες Και Νύχτες Κοινωνικών Και Ταξικών Ανταγωνισμών Ι

Στόχος αυτού του κειμένου όταν άρχισε να γράφεται και να συζητιέται εντός της διαδικασίας ήταν να μιλήσει για τον εθελοντισμό. Παρ’ ολ’ αυτά στο κείμενο που ακολουθεί δεν λέγεται κουβέντα για αυτό. Λίγο παράδοξο; Καθόλου. Από την πλευρά μας το ζήτημα του εθελοντισμού δεν μπορεί να ειδωθεί παρά μόνο μέσα στην ιστορική εξέλιξη μίας διαδικασίας που συμβατικά ας ονομάσουμε «κράτος πρόνοιας». Όμως και αυτή η διαδικασία δεν θα μπορούσε να ειδωθεί –από εμάς τουλάχιστον- διαχωρισμένη από τους εργατικούς αγώνες, τα επαναστατικά κινήματα και τις απαντήσεις των αφεντικών.
Η ανάλυση μας θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη. Σε αυτό το πρώτο κομμάτι σταματάμε την ανάλυση μας όταν αρχίζει η κρίση του κράτους πρόνοιας (συμβατικά την τοποθετούμε αρχές ’80), αφήνοντας όλους εκείνους τους μετασχηματισμούς να τους αναλύσουμε στο επόμενο μέρος.


***

I.

Σε αυτό το κείμενο θα αποπειραθούμε μία ανάλυση της σημασίας κράτος πρόνοιας1. Καταρχήν γιατί της σημασίας και όχι του θεσμού; Πρώτον, αναλύσεις επί του θεσμού και της λειτουργίας του υπάρχουν άφθονες και πολύ καλές από υποκείμενα του κοινωνικοταξικού ανταγωνισμού, αλλά και από πανεπιστημιακούς διανοούμενους, εκεί που υπάρχει πιστεύουμε σοβαρή έλλειψη είναι στην ανάλυση της σημασίας του σήμερα. Δεύτερον, είμαστε σε μία εποχή όπου το κράτος πρόνοιας την κάνει σιγά-σιγά, σαν τον λεπρό από την φυλακή, αλλά μόνο σαν μετασχηματισμός.
Γενικώς θεωρείται (από πανε- πιστημιακούς διανοούμενους) ότι οι απαρχές του κράτους πρόνοιας τοποθετούνται γύρω στις αρχές του 19ου αιώνα με την «εμφάνιση» των φτωχοκομείων, των νοσοκομείων, των ιδρυμάτων και των σωφρονιστικών καταστημάτων. Βάζουμε την λέξη «εμφάνιση» σε εισαγωγικά, και με αυτό εννοούμε ότι όλα τα παραπάνω ούτε εμφανίστηκαν τότε και ούτε περίμεναν το 19ο αιώνα για αυτό. Υπάρχουν πολύ καιρό πριν με την μία ή την άλλη μορφή, και το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι συνεχίζουν με την μία ή την άλλη μορφή να υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Οι προνοιακές πολιτικές λοιπόν των απαρχών του καπιταλισμού δεν είναι καθόλου των απαρχών του καπιταλισμού, και μόνο ένα βίτσιο τις τοποθετεί εκεί πέρα. Για να πάμε λίγο πιο πίσω, η εκκλησία είναι αυτή που στην δύση θα αποτελέσει τον χώρο εκείνο όπου θα ασκηθεί εκείνη η ευγενής δραστηριότητα που ονομάζεται μέχρι τις μέρες μας φιλανθρωπία. Αυτό το πράγμα λοιπόν, η φιλανθρωπία, εμείς κρίνουμε ότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το κράτος πρόνοιας. Γιατί; Γιατί κάτι αιώνες τώρα τίποτα δεν έχει αλλάξει σε σχέση με αυτή. Επομένως για εμάς η τοποθέτηση μίας απαρχής του κράτους πρόνοιας στην φιλανθρωπία μόνο στην θολούρα του τοπίου χρησιμεύει. Και αυτό διότι βρίσκουμε να υπάρχει μία τεράστια διαφορά ανάμεσα σε κάτι που είναι περίπου το ιδεολογικό άλλοθι των πλουσίων και των αριστοκρατών για τον επίγειο παράδεισο τους και σε κάτι που είναι περίπου αποτέλεσμα εργατικών αγώνων.
Η αυγή των καπιταλιστικών κοινωνιών είναι μία εποχή ιδιαίτερα έντονης κοινωνικής βίας. Μέσα σε λίγα χρόνια έπρεπε να μεταβληθούν ολόκληρες κοινωνικές δομές προκειμένου να ενταχθούν σε μία νέα οικονομική διάρθρωση. Έτσι, διαλύονται ριζικά οι αγροτικές κοινότητες, οι οποίες είναι πια αναγκασμένες προκειμένου να ζήσουν να μεταναστεύσουν στις πόλεις και τα βιομηχανικά κέντρα. Αλλά όχι πια σαν κοινότητες· σαν άτομα. Η βίαιη προλεταριοποίηση σήμαινε δύο πράγματα ταυτόχρονα: καταστροφή οικονομικών δομών, καταστροφή κοινωνικών θεσμών και επανένταξη από ότι απέμεινε (δηλ. το μόνο που απέμεινε: οι άνθρωποι) σε μία νέα οικονομική διάρθρωση. Έτσι πια ότι πριν υπήρχε σαν κοινότητα, υπάρχει πια σαν μία όμορφη αστική κατασκευή: το ατομικό υποκείμενο.
Οι άνθρωποι όμως που είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν 12 και 14 ώρες την ημέρα θα απαντήσουν. Οι πρώτες απαντήσεις ήταν, και ήταν ίσως αναγκασμένες να είναι, ατομικές: άρνηση της εργασίας, εγκληματικότητα, αλητεία, επετεία κλπ. Η τάξη των ιδιοκτητών δεν δυσκολεύτηκε και πολύ να δώσει τις δικές της απαντήσεις: εργατοκάτεργα και ένταξη του εγκλήματος σε μία οικονομική δομή. Οι απαντήσεις της εργατικής τάξης επομένως όφειλαν να είναι συλλογικές (κοινοτικές θα λέγαμε αν δεν υπήρχε κίνδυνος), σε μία διαδικασία αυτοσυγκρότησης πια και της ίδιας σαν συλλογικό υποκείμενο.
Έτσι, από της αρχές του 19ου αιώνα η εργατική τάξη αρχίζει να αυτοθεσμίζεται, να δημιουργεί δηλ. θεσμούς εκτός των κρατικών. Αντιγράφουμε: «Σε όλη αυτή την περίοδο η αυτονομία του προλεταριάτου εκδηλώνεται επίσης μ’ ένα πλήθος οργανώσεων πρόνοιας από τα κάτω: στην Αγγλία οι Friendly Societies (που ξεπερνούν τα 5 εκατ. μέλη), τα σχολεία, οι συνεργατικές, στην Γερμανία τα ταμεία ασφάλισης (Hilfskassen –το 1890 έφτασαν τα 800 χιλιάδες μέλη). Είτε άρτια οργανωμένες μέσα στα συνδικάτα, είτε άτυπες και πιο χαλαρές, όλες αυτές οι οργανώσεις εκφράζανε μία εργατική αλληλεγγύη στην σύγκρουσή της με τον ανταγωνιστικό ατομικισμό του καπιταλισμού. Στα σχολεία των Χαρτιστών, στα νυχτερινά ή Κυριακάτικα σχολεία, η «καθαρά προλεταριακή εκπαίδευση» που θα παρατηρήσει ο Ένγκελς στην Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, ανθίσταται στην κρατική εκπαίδευση που θα επιβληθεί το 1880 και η γυναικεία (κυρίως) πρακτική θεραπευτική στις εργατικές κοινότητες αντιστέκεται στην ιατρικοποίηση του σώματος που προωθούν οι ειδικοί.2» Μέσα από τέτοιες αυτοθεσμίσεις περνάει η διαδικασία αυτοσυγκρότησης της εργατικής τάξης σαν συλλογικό υποκείμενο. Όμως, ο πολύ σημαντικός παράγοντας δεν θα είναι αυτός, θα είναι οι διαδικασίες αγώνα. Θα είναι εκείνη η συνθήκη που θα τοποθετεί ολοένα και πιο ξεκάθαρα την τάξη των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής από την μία και την τάξη των εργαζομένων από την άλλη. Μέσα σε αυτές τις κοινότητες αγώνα δημιουργούνται θεσμίσεις, δομές και πολιτιστικά στοιχεία οι οποίες αλληλοτροφοδοτούνται με την ήδη υπάρχουσα εργατική κοινότητα. Πάλι θα αντιγράψουμε: «Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του μεταπολεμικού (σ.σ. των ναπολεόντειων πολέμων) ριζοσπαστισμού ήταν η βιώσιμη προσπάθεια να επεκτείνει αυτές τις συγκεντρώσεις και να ανεβάσει το επίπεδο της πολιτικής αναζήτησης. Στο Barnsley ήδη από τον Ιανουάριο του 1816 σχηματίστηκε μία λέσχη υφαντών, με συνδρομή μία πένα το μήνα, για τους σκοπούς ριζοσπαστικών εφημερίδων και περιοδικών. Τα Hampden Clubs και οι πολιτικές ενώσεις κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να στήσουν αναγνωστήρια(...). Κάθε βράδυ οι λονδρέζικες εφημερίδες διαβάζονταν δημόσια. Στα δωμάτια της Ένωσης του Stockport στα 1818, σύμφωνα με τον Τζόζεφ Μίτσελ, υπήρχε μία συνάντηση των ταξικών ηγετών κάθε Δευτέρα, κάθε Τρίτη «ηθικά και πολιτικά» διαβάσματα, τις Τετάρτες μία «συνομιλία ή debate», κάθε Πέμπτη διδάσκονταν «γραμματική, αριθμητική κτλ», τα Σάββατα ήταν κοινωνικές βραδιές, ενώ την Κυριακή λειτουργούσε ημερήσιο σχολείο για παιδιά και ενήλικες. Παρά την καταστολή του 1819, η παράδοση τέτοιων «νέων χώρων (...) συνεχίστηκε και μέσα στο 1820. Στο Λονδίνο, μεταπολεμικά υπήρξε μία αύξηση των καφέ-αναγνωστήριων πολλά από τα οποία είχαν τις ίδιες λειτουργίες. Στα 1833, στο φημισμένο καφέ-αναγνωστήριο του Τζων Ντόχερτυ, δίπλα στο βιβλιοπωλείο του στο Μάντσεστερ, λαμβάνονταν περίπου 90 εφημερίδες κάθε εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένων του παράνομου «χωρίς γραμματόσημα» τύπου.3»
Η ιστορία αυτών των θεσμών είναι τεράστια και σε βάθος και σε πλάτος, και δεν είναι του παρόντος (και ούτε αποκλειστικά των παρόντων) μία τέτοια ανάλυση. Μέσα σε αυτή την ιστορική εξέλιξη οι θεσμίσεις προχωρούν επεκτείνονται και καλύπτουν ένα ολοένα και περισσότερο μεγάλο φάσμα. Εδώ δεν μπορούμε παρά να σταθούμε για λίγο στην περίπτωση των γερμανών σοσιαλιστών, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει ένα τέτοιο πλέγμα (αντί)θεσμών και δομών το οποίο αφού κάλυπτε ένα πλήθος «εξωεργασιακών» δραστηριοτήτων επεκτείνονταν με κάθε τρόπο και εντός του εργασιακού χώρου, δημιουργώντας έτσι μία διαδικασία η οποία τοποθετούνταν συνολικά απέναντι στην οργάνωση της ζωής και της παραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μία διαδικασία η οποία άντεξε ακόμα και έναν ολόκληρο νόμο συνολικής απαγόρευσης της (το νόμο κατά των σοσιαλιστών). Μέσα στην δεκαετία του 1880 ψηφίζονται στην Γερμανία διαδοχικά τρεις νόμοι (το 1883 ο νόμος για την υποχρεωτική ιατρική περίθαλψη, το 1884 ο νόμος για την ασφάλιση εργατικών ατυχημάτων, το 1889 ο νόμος για τις συντάξεις γήρατος και αναπηρίας). Από την στιγμή που ασφάλιση των εργατών γίνεται κρατική υπόθεση θα αρχίσει μία διαδικασία την οποία θα συναντήσουμε για όλον σχεδόν τον επόμενο αιώνα.
Αυτό είναι και το χρονικό σημείο, όπου αν θέλει κανείς μπορεί να τοποθετήσει την απαρχή του κράτους πρόνοιας. Από τις πρώτες κρατικές θεσμίσεις στην Γερμανία του Μπίσμαρκ μέχρι τις μεσοπολεμικές μεταρρυθμίσεις του Λαϊκού Μετώπου στην Γαλλία, υπάρχει μια διαδικασία μετασχηματισμού του παραδοσιακού φιλελεύθερου κράτους σε κράτος πρόνοιας, διαδικασία που οι ρυθμοί της και η κινητήριος της δύναμη, είναι πάντα η συνιστάμενη της κοινωνικής σύγκρουσης στο πεδίο -κυρίως- της παραγωγής, της σύγκρουσης δηλαδή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Πράγματι είναι οι βίαιες, σκληρές, πολλές φορές αιματηρές απεργίες σχεδόν τριών δεκαετιών, στους σημαντικότερους χώρους άσκησης της «εργοδοτικής κηδεμονίας»4, στην Μυλούζη, στα ορυχεία, στο Le Creusot, με αιτήματα τον έλεγχο και διαχείριση των ταμείων από τους εργάτες και την ανεξαρτησία τους από τα αφεντικά, που θα αναγκάσει την άρχουσα τάξη να συντάξει τον πρώτο νόμο υποχρεωτικής ασφάλισης στην Γαλλία, (Νόμος της 29ης Ιουνίου 1894, «Για τα ταμεία των συντάξεων των εργατών ορυχείου») και θα αναγκάσει τα αφεντικά να πληρώνουν για την ασφάλιση των εργατών, ακολουθώντας το παράδειγμα του Μπίσμαρκ δέκα χρόνια πριν.
Ωστόσο, εκτός από αυτούς τους αγώνες υπάρχει προφανώς και το πρώτο κύμα της κοινωνικής (εργατικής και αγροτικής) επίθεσης των χρόνων 1905-1939 (με την διακοπή της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής) που έθεσαν ρητά το ζήτημα της εξουσίας και νίκησαν -τουλάχιστον καταρχήν- σε χώρες όπως η Ρωσία και η Ουγγαρία και σε κάποιες περιοχές της Ισπανίας. Οι αγώνες αυτοί δεν γίνονταν προφανώς για το κράτος πρόνοιας ούτε για κάποια μεταρρύθμιση στα πλαίσια του παραδοσιακού κράτους, αλλά για την καθολική κοινωνική απελευθέρωση.
Έτσι μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η αστική τάξη θα συνειδητοποιήσει είτε με τον ένα (οι εργατικοί αγώνες) είτε με τον άλλο (οικονομική κατάρρευση) τρόπο ότι ο 19ος αιώνας σαν συνθήκη έχει λήξει εδώ και αρκετές δεκαετίες. Η όλη κίνηση που περιγράψαμε θα τελειώσει –κατά κάποιο τρόπο, μιας και η ιστορία ούτε τέλος έχει ούτε σκοπό- με δύο πανέμορφες πράξεις. Η πρώτη πράξη θα ονομαστεί φορντισμός και για την επέκταση του θα βρει μία καλή ευκαιρία με την δεύτερη πράξη, η οποία θα μείνει γνωστή σαν Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Δύο απαντήσεις σε εργατικούς αγώνες αρκετών δεκαετιών.
Και κάπου εδώ θα πρέπει να τεθεί το ζήτημα: Τι είναι το κράτος πρόνοιας; Θα δώσουμε μία απάντηση φαινομενικά εύκολη. Θεωρούμε το κράτος πρόνοιας κατάκτηση της εργατικής τάξης και υποχώρηση των αφεντικών. Αν ήταν στο χέρι της αστικής τάξης το «κράτος πρόνοιας» θα παρέμενε στα φτωχοκομεία και στις φυλακές ή άντε το πολύ πολύ σε αλλαγές ή επενδύσεις πάνω στο μεταβλητό κεφάλαιο, έτσι ώστε αυτό να είναι πιο αποδοτικό5. Οι εργατικοί αγώνες ήταν εκείνοι που έκαναν την αστική τάξη να υποχωρήσει και να κατασκευάσει το κράτος πρόνοιας. Η υποχώρηση όμως δεν είναι ήττα, πολύ περισσότερο είναι ανασύνταξη, αναδιοργάνωση και –αλίμονο- αντεπίθεση. Και η αστική τάξη θα χρησιμοποιήσει το κράτος πρόνοιας για να αντεπιτεθεί. Αλλά για αυτό αργούμε λίγο ακόμα. Το σχήμα είναι, στην γενίκευση του, απλό και στην ουσία του αντιστρόφως περίπλοκο. Η εργατική τάξη αυτοθεσμίζεται, αυτοπροστατεύεται και αυτοαναπαράγεται, σε πολλές ακόμα περιπτώσεις η αυτονομία της επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο και οδηγείται σε σύγκρουση με την αστική τάξη, όπου όλες τις φορές ηττάται πολιτικά. Ταυτόχρονα η αστική τάξη αφομοιώνει, (μεταρ)ρυθμίζεται, κινδυνεύει να χαθεί, αναδιοργανώνεται και αντεπιτίθεται. Προφανώς η ανάλυση αυτή είναι εχθρική απέναντι σε αντιλήψεις που θεωρούν ότι το κράτος πρόνοιας είναι παραχώρηση λόγω της φιλανθρωπίας της αστικής τάξης, ή μια προσπάθεια της να καταστείλει τα κινήματα αμφισβήτησης της (εξάλλου η κυριαρχία έχει καλύτερους τρόπους να καταστέλλει, όταν χρειαστεί…), ή ακόμα ότι είναι μία αναλλοίωτη δομή προϊόν τυχαίων γεγονότων


***

II.

Το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου βρίσκει τις κυρίαρχες τάξεις νικήτριες στο πολιτικό πεδίο (δηλαδή στο πεδίο της εξουσίας) σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, αλλά με πολλά προβλήματα στο εσωτερικό της επικράτειας της καθεμίας από αυτές. Οι εργάτες όλων των κρατών μπορεί να σφάζονταν μεταξύ τους για έξι χρόνια υπερασπιζόμενοι τις πατρίδες τους (δηλαδή τα συμφέροντα του κεφαλαίου της κάθε χώρας), παράλληλα όμως -τουλάχιστον σε κάποιες περιπτώσεις- βρέθηκαν να θέτουν αιτήματα κοινωνικής μεταρρύθμισης, στην κατεύθυνση της αλλαγής της κατάστασης της μαζικής εξαθλίωσης που παρήγαγε για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η ανθρωποσφαγή που είχε προηγηθεί. Εξάλλου, η επέκταση της σταλινικής γραφειοκρατίας στην μισή τουλάχιστον Ευρώπη, είχε ένα ρόλο ενίσχυσης των επαναστατικών αυταπατών που αντιπροσώπευε ο σταλινισμός για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού των δυτικών κοινωνιών. Πέρα όμως από αυτό, υπήρχαν κομμάτια του εργατικού κινήματος που δεν έμοιαζαν και τόσο διατεθειμένα να γίνουν το λάδι στα γρανάζια της καπιταλιστικής μηχανής για τον ευγενή στόχο της ανάπτυξης. Για παράδειγμα στην Γαλλία αμέσως μετά τον πόλεμο αρχίζει ένα κύμα απεργιών που βρήκαν απέναντι τους το Κομμουνιστικό Κόμμα (το οποίο εξάλλου ήταν στην κυβέρνηση), με αιτήματα αύξησης των μισθών, που αγκάλιασε σταδιακά τους τυπογράφους (Ιανουάριος 1946), τους ταχυδρόμους (Ιούλιος 1946) και κορυφώθηκε στους εργάτες της Ρενώ (Απρίλης 1947), προκαλώντας κρίση στην κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Ρεμαντιέρ.
Πάντως γενικά μιλώντας, το γεγονός ότι οι μισές τουλάχιστον ευρωπαϊκές χώρες είχαν (τα απαγορευμένα πριν τον πόλεμο) κομμουνιστικά κόμματα στις κυβερνήσεις τους, εξηγεί σε ένα βαθμό την ωρίμανση των προϋποθέσεων για μεταρρυθμιστικές αλλαγές του συστήματος. Υπό αυτές τις συνθήκες άρχισε να χτίζεται «η χρυσή εποχή του κράτους πρόνοιας» πρώτα στην Αγγλία (νόμος Bevevidge) και σταδιακά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Επίσης, αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο -όπως ξαναείπαμε παραπάνω- και παρά τις προσπάθειες του σταλινισμού να ελέγξει την εργατική απειθαρχία, ξεσπούν εδώ και εκεί ανεξέλεγκτοι αγώνες από συνδικάτα και κόμματα, που θέτουν σε αμφισβήτηση την προσπάθεια ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων από τον πόλεμο, οικονομιών. Ενώπιον μιας τέτοιας κατάστασης μπαίνει το ζήτημα της διαδικασίας για μια ολοκληρωμένη οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κοινωνικής θέσμισης, πρώτα στην Αγγλία και στην Γαλλία και έπειτα στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Τι ήταν όμως αυτό το περίφημο κράτος πρόνοιας για την απώλεια του οποίου δακρύζουν σήμερα φιλελεύθεροι αστοί και σοσιαλδημοκράτες (κοινοβουλευτικοί και εξωκοινοβουλευτικοί);
Συνοπτικά μιλώντας μπορούμε να πούμε ότι το κράτος πρόνοιας συνίσταται στα εξής τρία πράγματα:
α. κατοχύρωση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων για το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Δημιουργία μαζικών κομμάτων και μαζικών συνδικάτων που θα δρουν ως διαμεσολαβητές των συμφερόντων του πληθυσμού που εκπροσωπούν, στα πλαίσια της κορπορατιστικής αρχής6.
β. εφαρμογή της σταθερής μισθωτής σχέσης στα πλαίσια μιας νέας παραγωγικής διαδικασίας που θα εφάρμοζε τις αρχές της «επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας» και θα οριζόταν ως φορντιστικό μοντέλο παραγωγής, το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, που επέτρεπε σχετική άνοδο των μισθών από χρόνο σε χρόνο και μεγάλη μείωση της ανεργίας, στα πλαίσια ενός σχεδίου μακρόχρονης ανάπτυξης.
γ. ανάληψη από το κράτος της ευθύνης για εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου υγείας και πρόνοιας για όλον τον πληθυσμό, με θεσμοθέτηση ενός πλήθους επιδομάτων, που αφορούσαν την περίθαλψη, την ασφάλεια, την μητρότητα, την ανεργία, κλπ.
Η πλήρης εφαρμογή των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την εφαρμογή του δικαιώματος της καθολικής ψήφου τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών, και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, ευνόησε την δημιουργία μαζικών κομμάτων (σοσιαλδημοκρατικών κυρίως, κομμουνιστικών δευτερευόντως) και μαζικών συνδικάτων (ελεγχόμενων από σοσιαλδημοκράτες και κομμουνιστές). Τα μεν κόμματα συγκροτήθηκαν σαν γραφειοκρατικές δομές εκπροσώπησης μικροσυμφερόντων του πληθυσμού που εξυπηρετούσαν (πελατειακές σχέσεις, κλπ), πράγμα που υπήρξε η υλική βάση για την αναπαραγωγή τους σαν τέτοια. Τα δε συνδικάτα συγκροτημένα κατά βάση και αυτά σαν γραφειοκρατίες, κατάφεραν να γίνουν οι βασικοί διαμεσολαβητές μεταξύ του κράτους και του εργαζόμενου πληθυσμού διαπραγματευόμενα σε σύμπνοια με αυτό τα επίπεδα των μισθών, αφού πρώτα τεμάχισαν αυτόν τον πληθυσμό σε κλάδους και συντεχνίες εφαρμόζοντας στην πράξη ποικίλους διαχωρισμούς εντός των εργατικών στρωμάτων7, υπονομεύοντας έτσι την συνείδηση της τάξης ως κατηγορίας κοινών συμφερόντων.
Στο σημείο αυτό πρέπει να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή. Μιλάμε ουσιαστικά για την χρονική περίοδο που η εργατική τάξη αρχίζει να μην αναγνωρίζει τον εαυτό της σαν τέτοια. Η πλειοψηφία δηλαδή των εργαζομένων αρχίζουν πια να μην αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους (και άρα να μην δρουν) σαν μία ομάδα κοινών συμφερόντων, που τους συνδέουν μεταξύ τους δεσμοί αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, αλλά καταρχήν σαν ομάδες με ξεχωριστά συμφέροντα, πιθανόν αντικρουόμενα μεταξύ τους. Από το χρονικό σημείο αυτό και μετά, το να μιλάει κάποιος για κοινή συνείδηση της τάξης -μεταξύ των παραδοσιακών εργατών τουλάχιστον- αρχίζει να γίνεται προβληματικό, τουλάχιστον στην πλειοψηφία των περιπτώσεων των δυτικών κρατών. Τέλος του ενός λεπτού σιγής8.
Τελικά η δράση των δύο αυτών θεσμών (κόμμα, συνδικάτο), σε συνδυασμό με μια μεγάλη υποχώρηση της αυτόνομης πολιτικής δραστηριότητας του πληθυσμού, είχαν σαν αποτέλεσμα την σταδιακή ενσωμάτωση του μεγαλύτερου μέρους των εργατικών στρωμάτων των δυτικών κοινωνιών.
Το φορντιστικό μοντέλο παραγωγής εφαρμόζοντας στην πράξη μεθόδους εντατικής συσσώρευσης (αύξηση του ρυθμού παραγωγής δηλαδή σταδιακή μείωση του χρόνου παραγωγής κάποιου προϊόντος), μείωσης του κόστους της τεχνολογίας παραγωγής, και εκμετάλλευσης του πρωτογενούς πλούτου των αποικιών (νυν ή πρώην), κατέστησε δυνατή μια αισθητή αύξηση και σταθεροποίηση του ποσοστού κέρδους των αφεντικών και κατά αυτόν τον τρόπο δημιούργησε μια βάση για μια μακρά περίοδο ευημερίας, διαχέοντας σε σημαντικά τμήματα του πληθυσμού την καταναλωτική δυνατότητα ενός μεγάλου αριθμού σχετικά φτηνών προϊόντων.
Το δόλωμα της κατανάλωσης άρχισε να γίνεται όλο και πιο ελκυστικό για τον πληθυσμό της δύσης, καταστρέφοντας ένα ακόμα τμήμα από τις παραδοσιακές αξίες αλληλεγγύης που είχαν απομείνει, και ενισχύοντας όλο και περισσότερο πρότυπα εξατομικευμένης ευημερίας και υλικής (μικροαστικής) ανόδου.
Το τρίτο χαρακτηριστικό, δηλαδή η χορήγηση ενός πλήθους επιδομάτων σε μεγάλο αριθμό δικαιούχων, μετακύλυσε ένα μέρος του κόστους της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στο κράτος (ή και στα αφεντικά, συγκεκριμένα αυτό που αφορά την υγεία και την ασφάλιση), και αφετέρου κατάφερε να αγγίξει τμήματα του πληθυσμού κατεξοχήν περιθωριοποιημένα όπως οι γυναίκες, ή τα λούμπεν κοινωνικά στρώματα, προσπαθώντας να τα εντάξει μέσα στον κύκλο παραγωγής-κατανάλωσης.
Ολοκληρώνοντας αυτή την παράγραφό θέλουμε να υπενθυμίσουμε δύο σημαντικά πράγματα. Το πρώτο είναι ότι σε όλη την ανάλυση μας, μιλήσαμε για διαδικασίες, δηλαδή για σχέσεις που λαμβάνουν χώρα σε πραγματικούς, αλλά και συχνά διαφορετικούς, χώρους και χρόνους9. Το γεγονός για παράδειγμα ότι όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι «δεν υπάρχει ένα κοινό μοντέλο του κράτους πρόνοιας, και κανένα κρατικοπρονοιακό μοντέλο δεν μοιάζει με κάποιο άλλο», προσπαθώντας να ανιχνεύσουν «τεχνικές» αναλογίες στα διάφορα μοντέλα, αποδεικνύει ότι όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν σχέσεις που προέκυψαν πρώτα στο επίπεδο των συσχετισμών του κοινωνικού πεδίου και δευτερευόντως στα χαρτιά των τεχνοκρατών.
Επιπρόσθετα -πράγμα εξίσου σημαντικό- πρέπει να τονίσουμε ότι μιλήσαμε για τάσεις. Το γεγονός δηλαδή ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού έγινε συμμέτοχο (και άρα συνένοχο) στην «χρυσή εποχή του κράτους πρόνοιας», δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν αντιδράσεις σε αυτή την κατάσταση, ούτε ότι σταμάτησε ποτέ να υπάρχει κοινωνική σύγκρουση στο πεδίο της παραγωγής, ή σε άλλα κοινωνικά πεδία. Ωστόσο αυτή η σύγκρουση δεν λάμβανε ποτέ, ούτε την μαζική μορφή που έλαβε στα μέσα της δεκαετίας του ‘60, ούτε τα συλλογικά της χαρακτηριστικά, ούτε τον ανοιχτό χαρακτήρα και την επέκταση αυτής της σύγκρουσης στο πολιτικό πεδίο. Για παράδειγμα μια ιστορική μελέτη θα μπορούσε να αποδείξει πέρα από κάθε δισταγμό, την αντίσταση που προέβαλλαν οι εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας στην ολοένα μεγαλύτερη αύξηση του ρυθμού παραγωγής και άρα στην ολοένα και μεγαλύτερη απανθρωποποίηση τους, με σαμποτάζ στην παραγωγή (π.χ. παραγωγή ελαττωματικών ανταλλακτικών, σκόπιμη καθυστέρηση στην αλυσίδα παραγωγής, κ.α.), ή με την εκδήλωση νευροψυχικών εκδηλώσεων, που τους ωθούσαν έξω από αυτήν την διαδικασία.
Το πρακτικό αποτέλεσμα όλων αυτών ποιο ήταν; Η δεκαετία του ’50 είναι μία εποχή ήττας του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. «Η νεολαία όλων των χωρών ανάμεσα στον έρωτα και τον σκουπιδοφάγο έχει διαλέξει το δεύτερο.» έλεγαν κάποιοι στην Γαλλία ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Η συνθήκη όμως αυτής της ήττας θα γίνει το έδαφος νέων αρνήσεων, αναγκαστικά ανώτερων από τις προηγούμενες.


III.

Οι αγώνες και οι εξεγέρσεις των τελών της δεκαετίας του ’60 και όλής της δεκαετίας του ’70 είναι μία μορφή απάντησης στο κράτος πρόνοιας, ή σωστότερα για να είμαστε περισσότερο ακριβείς μία απάντηση στην νέα καπιταλιστική ρύθμιση που προέκυψε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (και μέρος της οποίας ήταν το κράτος πρόνοιας). Η δεκαετία του ’50 εξασφάλισε σε όλες τις δυτικές κοινωνίες ένα ελάχιστο επίπεδο επιβίωσης και η γενιά που θα μεγαλώσει μέσα σε αυτό το ελάχιστο επίπεδο επιβίωσης είναι αναγκασμένη να το θεωρήσει αυτό σαν δεδομένο. Η μεταπολεμική γενιά είχε δύο δρόμους: ή να διαλέξει να συντηρήσει αυτό το ελάχιστο βιοτικό επίπεδο ή να πάει την συζήτηση ακόμα παραπέρα. Ένα μεγάλο μέρος της αποφάσισε να κάνει το δεύτερο. Kαι το έκανε σαν τάξη, όχι όμως πια σαν εργατική τάξη, αλλά σαν διαδικασία συγκρότησης και γίγνεσθαι με ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά, που δεν περιορίζονταν μόνο στο πεδίο της παραγωγής (ίσα-ίσα καμιά φορά αυτό ήταν δευτερεύον), και η οποία είχε σαν βάση της την ενότητα των συμφερόντων και σαν ρητό σκοπό την ανατροπή του καπιταλισμού10.
Δεν είναι φυσικά του παρόντος να περιγράψουμε σε μεγάλο αναλυτικό βάθος όλη την ιστορική κίνηση των 60s και των 70s. Ωστόσο οφείλουμε να αναφερθούμε, έστω εν συντομία, στα υποκείμενα που βάζουν σε κρίση το καθεστώς κράτος πρόνοιας. Και αυτό γιατί πρέπει να λυθεί μία αντίφαση: πως είναι δυνατόν να αμφισβητείται μία κατάκτηση από αυτούς που την απολαμβάνουν; Η αμφισβήτηση αυτή ήρθε, θέλησε να έρθει, για να πάει τα πράγματα παραπέρα.
Καταρχήν, στο πεδίο της παραγωγής αρχίζει να λαμβάνει χώρα μία ανταρσία κυρίως από τα νέα υποκείμενα που ξεκινούν την εργασία στα εργοστάσια ενάντια στον παραλογισμό της φορντικής σχέσης. Οι νέοι (και ανειδίκευτοι) εργάτες δεν είναι διατεθειμένοι να λιώνουν 8 ώρες στην δουλειά με αντάλλαγμα 8 ώρες κατανάλωσης. Αδικαιολόγητες απουσίες από την εργασία, με αφορμή δήθεν αρρώστιες, παραγωγή ελαττωματικών ανταλλακτικών, σκόπιμη καθυστέρηση στην αλυσίδα παραγωγής, αρχίζουν να γίνονται ο κανόνας στον δευτερογενή τομέα, εκεί δηλ. που στηρίχθηκε όλο το σύστημα κράτος πρόνοιας. Εξάλλου, αρχίζει να γίνεται πολύ γρήγορα συνειδητός ο ρόλος των συνδικάτων ως διαμεσολαβητών της εκμετάλλευσης των εργατών, και να αμφισβητείται έντονα η ίδια η ύπαρξη τους, όπως και η ύπαρξη των παραδοσιακών κομμουνιστικών κομμάτων, ως φορέων εξουσίας και διαμεσολάβησης.
Έξω από το πεδίο της παραγωγής νέα υποκείμενα κάνουν την εμφάνιση τους όπως οι γυναίκες και οι φοιτητές αμφισβητώντας τον ρόλο με τον οποίο τους έχει επιφορτίσει το καπιταλιστικό σύστημα. Ακόμα τα κινήματα της αντικουλτούρας, των ομοφυλόφιλων και των ασθενών θα κάνουν την εμφάνιση τους θίγοντας σημαντικά ζητήματα. Τέλος αρχίζει να αναδύεται, αφενός το κίνημα των μαύρων στις ΗΠΑ και αφετέρου τα εργατικά κινήματα στις χώρες των πρώην και νυν αποικιών (ή μισό-αποικιών όπως τα κράτη του ΟΠΕΚ), που πριονίζουν με την δράση τους την υλική βάση στήριξης του κράτους πρόνοιας στα δυτικά κράτη. Δεν είμαστε και πολύ αναλυτικοί αλλά το συμπέρασμα δεν αλλάζει: η ρύθμιση κράτος πρόνοιας αμφισβητήθηκε από την κορυφή μέχρι τα νύχια, σε όλες αυτές τις πλευρές τις που είχαν να κάνουν με την επέκταση της εκμετάλλευσης των αφεντικών και του κράτους πάνω στα πλατιά στρώματα των ανθρώπων που είχαν χάσει κάθε εξουσία σε κάθε τομέα της ζωής τους11.
Αυτή η ιδέα λύνει στην πράξη και την αντίφαση στην οποία αναφερθήκαμε και πιο πριν. Αυτό που αμφισβητείται από το κράτος πρόνοιας δεν είναι η εξάπλωση των επιδομάτων, των ελευθεριών και των δικαιωμάτων αλλά η υλική βάση της ρύθμισης που εξασφάλισε όλα αυτά. Ακόμα περισσότερο: αμφισβητείται το ίδιο το δικαίωμα των κάθε είδους αφεντικών να ρυθμίζουν τις ζωές των ανθρώπων και διαδίδεται το πρόταγμα της αυτονομίας σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Αυτή η αμφισβήτηση κωδικοποιήθηκε από τα αφεντικά σαν κρίση του κράτους πρόνοιας. Θα δούμε παρακάτω πως εννοήθηκε από την πλευρά τους αυτή η κρίση. Σημασία έχει ότι το επιχείρημα της κρίσης, η ήττα του επαναστατικού κινήματος και η απόπειρα αφομοίωσης της κριτικής που ασκήθηκε έμπρακτα, γίνονται η βάση για την αντεπίθεση των αφεντικών την στιγμή που παίρνουν ξανά το πάνω χέρι στην κοινωνική σύγκρουση, στα τέλη περίπου της δεκαετίας του ’70.
Και οι «φιλελεύθεροι» όσο και οι «μαρξιστές» κοινωνικοί επιστήμονες διαπιστώνουν την κρίση του κράτους πρόνοιας, ο καθένας βέβαια για διαφορετικούς λόγους. Έτσι λοιπόν οι «φιλελεύθεροι» μας λένε ότι «η υπέρμετρη παρουσία του κράτους στην οικονομία εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη. Το κράτος πρόνοιας διακρίνεται από υπέρμετρη αναδιανεμητική ικανότητα. Αυτό σημαίνει ότι στον τομέα της οικονομίας μειώνεται η οριακή ροπή για εργασία και αυξάνεται το οριακό όφελος για ανάπαυση. Η υψηλή φορολογία που επιβάλλει το κράτος πρόνοιας για να μπορεί να χρηματοδοτεί τις διάφορες δραστηριότητες τους αποθαρρύνει τις επενδύσεις και την τάση για εργασία. Το κράτος πρόνοιας χαρακτηρίζεται από αναποτελεσματικότητα λόγω της γραφειοκρατικής του δομής. Οι πολύ υψηλοί φόροι και ο τρόπος χρησιμοποίησης τους προκαλούν έκρηξη του πληθωρισμού, χαμηλά επιτόκια αποταμίευσης και επένδυσης, χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας, στασιμότητα της εξαγωγές και χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.12» Τα αφεντικά, ή μάλλον αυτοί που πληρώνουν τα αφεντικά για να σκέφτονται για αυτούς, είναι πάντα πολύ πιο έξυπνοι από όσο (θέλουμε να) νομίζουμε. Η κρίση του ’70 είχε σαν υλική βάση το κράτος πρόνοιας. Τι μπορούμε να κάνουμε; Απάντηση στο κράτος πρόνοιας και επίθεση σε αυτή την υλική βάση.
Οι δε «μαρξιστές» μας λένε: «ο στόχος του κράτους πρόνοιας είναι η διατήρηση και η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος, τούτο επιτυγχάνεται με την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και με την ιδεολογική της ενσωμάτωση στο καθεστώς της μισθωτής εργασίας. Το κράτος πρόνοιας θεσπίζοντας μέτρα υπέρ των εργαζομένων και των ατόμων και ομάδων που βρίσκονται σε μη προνομιακή θέση αποτελεί την πιο έκδηλη έκφραση του ρόλου του ως ουδέτερου διαιτητή αλλά και έντονων αντιφάσεων. Η κρατική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης αποτελεί στην ουσία κέρδος και όχι ζημιά για το σύστημα. Το κράτος πρόνοιας επεμβαίνει στην ταξική πάλη απαμβλύνοντας τις αντιθέσεις.13»
Ας αφήσουμε όμως αυτά14 και ας σταθούμε σε ένα κείμενο το οποίο συνοψίζει με αρκετά καλό τρόπο την όλη συζήτηση και όλες τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν για την κρίση του κράτους πρόνοιας. Το κείμενο είναι το «Αναθεωρώντας την κοινωνική πολιτική» του Charles Murray15. Θα μπορούσαμε και ίσως θα έπρεπε να το αναλύσουμε σε πολύ μεγαλύτερο βάθος και πλάτος από ότι θα κάνουμε εδώ.
Ο κ. Murray καταρχήν και αυτό είναι πολύ σημαντικό για να ξέρουμε τι μας συμβαίνει, αφομοιώνει εκείνο το μέρος της κριτικής που αφορούσε άμεσα το κράτος πρόνοιας από την κίνηση των 60s και των 70s. Σχεδόν όλα του τα επιχειρήματα είναι αφομοιωμένα τα επιχειρήματα των νέων εργατών, των γυναικών και των μαύρων. Όταν το ’60 λεγόταν ότι τα επιδόματα είναι μία ανακατανομή των εισοδημάτων των φτωχότερων μεταξύ τους, και όταν το ’70 έλεγαν τα κινήματα των μαύρων ότι η προνοιακή πολιτική αναπαράγει τους φυλετικούς διαχωρισμούς από την ανάποδη ο κ. Murray βγαίνει το ’80 να μας πει: «Τέτοιου είδους αναδιανομές μεταξύ φτωχών βρίσκονται στην καρδιά των αδικιών της κοινωνικής πολιτικής.» και «Το αποτέλεσμα ήταν πως η ιντελλιγκέντσια και οι διαμορφωτές της πολιτικής, συμπίπτοντας στην επανάσταση της κοινωνικής πολιτικής, άρχισαν να μεταχειρίζονται τους φτωχούς μαύρους με έναν τρόπο με τον οποίον ποτέ δεν θα μεταχειριζόταν ανθρώπους που τους σέβονταν. Παντού αναγνωριζόταν μία μαύρη ιδιαιτερότητα.» Το πραγματικά ενδιαφέρον με τον κ. Murray είναι ότι σε κάποια σημεία του έχει απόλυτο δίκιο, και έχει απόλυτο δίκιο γιατί δείχνει τα πραγματικά όρια και τις πραγματικές λύσεις που μπορούν να εφαρμοστούν σε μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο· αυτό αν θέλουμε ακόμα να υπερασπιζόμαστε εκείνο το κράτος πρόνοιας όπως κάνει εδώ και χρόνια η σοσιαλδημοκρατία. Ο κ. Murray είναι περισσότερο σωστός από την σοσιαλδημοκρατία. Αυτή όλη η αφομοίωση δεν ήταν δουλειά του κ. Murray, αυτός έρχεται με μία δεκαετία καθυστέρηση να κάνει αυτό που ήδη έχει ξαναγίνει. Ο καπιταλισμός αφομοίωσε το ’70 ότι θα μπορούσε να αφομοιώσει: όλο τον λόγο περί ιδιαιτεροτήτων (της μαύρης, της γυναικείας, της αντικουλτούρας), αλλά ακόμα και πολλά εργατικά αιτήματα, δείχνοντας για ακόμα μία φορά τα όρια των επαναστατικών κινημάτων όσο δεν βάζουν άμεσα τα ζητήματα των εξουσιών.
Αυτά όμως είναι λίγο πολύ γνωστά όμως. Ένα άλλο που κάνει ο κ. Murray στο κείμενο του είναι να ξεχνά, να παραβλέπει, να σβήνει τα κοινωνικά συλλογικά υποκείμενα. Και δεν εννοούμε μόνο την εργατική τάξη ή τα επαναστατικά κινήματα, εννοούμε και πολύ πιο στοιχειώδη πράγματα όπως τις τοπικές κοινότητες. Σε αυτή την νέα αντίληψη για την προνοιακή πολιτική υπάρχει το άτομο και υπάρχει το κράτος. Δεν αναγνωρίζονται κοινά σημεία μεταξύ των ανθρώπων που ανήκουν στις ίδιες κοινωνικές ομάδες, (με το ζόρι στέκεται στα επιχειρήματα του κ. Murray και ο ίδιος ο θεσμός της οικογένειας, τι ιεροσυλία…). Έτσι ερχόμαστε σε ένα δεύτερο σημείο. Αυτό που θα μπει μισό αιώνα πριν σαν διαχωρισμός της τάξης (χωρίζοντας την σε κλάδους), θα έρθει να προχωρήσει ακόμα περισσότερο και να μπει σαν διαχωρισμός εντός του ίδιου του κλάδου. Αυτό φυσικά δεν είναι άμεσο αποτέλεσμα του νεοφιλελεύθερου κράτους τόσο, όσο κάποιων νέων μετασχηματισμών οι οποίοι πια δεν βλέπουν τους εργαζόμενους σαν κάτι ενιαίο, αλλά με δεκαπέντε τρόπους «σπάνε» όποια ενότητα μπορεί να υπάρξει: από τον διαφορετικό μισθό για τον κάθε εργαζόμενο μέχρι την καλλιέργεια του ανταγωνισμού ανάμεσα τους και από την ατομική σύμβαση εργασίας μέχρι την υποαπασχόληση και την ευελιξία.
Να συνοψίσουμε λίγο μέχρι εδώ την απάντηση των αφεντικών στα κινήματα του ’60 και του ’70, περαιτέρω διαχωρισμός των εργαζομένων και αφομοίωση των κριτικών των επαναστατικών κινημάτων. Υπάρχει όμως και ένα τρίτο σημείο που φαίνεται να διαπνέει όλο το κείμενο του Murray, του οποίου την ύπαρξη επιτρέπει η ήττα των επαναστατικών αγώνων: αυτό είναι το καπιταλιστικό φαντασιακό, το οποίο έχει γίνει αποδεκτό από την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, όσων δεν έχουν τίποτα και όσων δεν έχουν καμία εξουσία πάνω στις ζωές τους. Υπάρχει ένα τεράστιο πλήθος σημείων που αποτελούν αυτό το φαινόμενο: αυτός που αξίζει πάντοτε προοδεύει (και αν δεν προοδεύσει είναι άτυχος), με την εργασία και την αυταπάρνηση πάντα θα κερδίσεις κάτι (και αν δεν κερδίσεις δεν αρνήθηκες τον εαυτό σου αρκετά), πρέπει να καταναλώνω διότι αυτό είναι το σταυροδρόμι της αναγνώρισης σήμερα (και αν δεν σε αναγνωρίζουν έχεις εσύ ψυχολογικά προβλήματα), πρέπει να ανέβω κοινωνικά με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο και τα λοιπά, και τα λοιπά. Είναι τέλος, πάρα πολλά ακόμα, είναι σχεδόν όλος ο κόσμος στον οποίο ζούμε. Με τα παραπάνω δεν υπονοούμε ότι υπάρχει ένα «εργατικό φαντασιακό» ή μία «εργατική κουλτούρα» καλή, από μόνη της και μεταφυσικά. Η «εργατική κουλτούρα» όσο και όταν υπήρξε ήταν και αυτή με εντελώς όμως άλλους όρους εξίσου καπιταλιστική, και φυσικά σε πολλά της σημεία αντιδραστική. Όλα τα παραπάνω δεν είναι τυχαία, και δεν είναι ασύνδετα σημεία με τα υπόλοιπα μέσα σε μία καπιταλιστική ρύθμιση. Ακόμα περισσότερο, είναι βασικά συστατικά στον τρόπο διαμόρφωσης της κοινωνικής πολιτικής σήμερα. Γιατί το καπιταλιστικό φαντασιακό σχεδόν είναι (ή ορθότερα τείνει να γίνει) κριτήριο για την παροχή βοήθειας ή και επιδομάτων. Αυτό μας λέει και ο κ. Murray. Τα επιδόματα να τα παίρνουν αυτοί που αξίζουν, αυτοί που προσπαθούν, αυτοί θα πούμε εμείς που έχουν αποδεχτεί το καπιταλιστικό φαντασιακό. Αυτοί μας λέει και ο κ. Murray θα πρέπει να βοηθούνται.
Το νεοφιλελεύθερο κράτος δεν είναι φυσικά μόνο τα παραπάνω. Αν θέλετε τα παραπάνω είναι οι πολιτικές σημασίες χωρίς τις οποίες δεν θα μπορούσε να υπάρξει το νεοφιλελεύθερο κράτος και επ’ ευκαιρία ας τις κωδικοποιήσουμε σαν αφομοίωση, διαχωρισμό, και κυριαρχία της καπιταλιστικής ιδεολογίας.



***
Επίλογος

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το κείμενο μένει λίγο μετέωρο. Σταματάμε την ανάλυση εκείνη την στιγμή όπου επέρχεται η κρίση χωρίς να λέμε κουβέντα για το πώς αντιμετωπίζεται αυτή. Αναγνωρίζουμε αυτή την αδυναμία, όμως η ανάλυση της σημερινής κρίσης χρειάζεται πολλά περισσότερα στοιχεία και πολύ περισσότερο βάθος, ειδικά την στιγμή που σαν κοινωνικά και ταξικά υποκείμενα είμαστε αναγκασμένα να απαντήσουμε σε αυτή την κρίση. Στο επόμενο τεύχος θα αποπειραθούμε λοιπόν μία ανάλυση του παρόντος. Εξάλλου η «χρυσή εποχή του κράτους πρόνοιας» πήρε την άγουσα επειδή κάποια υποκείμενα την έκριναν. Τέτοιου είδους κρίσεις χρειαζόμαστε και σήμερα.




1. Σε αυτό τον όρο εντάσσουμε και τους όρους «κοινωνικό κράτος» και «κράτος ευημερίας».
2. Το απόσπασμα είναι από την μπροσούρα «Σκοτώνουν τα άλογα στην δουλειά κι όταν γεράσουν τα θάβουν ιδίοις εξόδοις» της Ομάδας ενάντια στον εκβιασμό της μισθωτής εργασίας.
3. Το απόσπασμα είναι από το “The making of the English working class”, του E. P. Thomson, η μετάφραση είναι δική μας.
4. Ως «εργοδοτική κηδεμονία» αναφερόταν ένα καθεστώς ασφάλισης του εργατικού ατυχήματος, μέσα στο οποίο όμως οι εργάτες ήταν αναγκασμένοι όταν είχαν ένα ατύχημα στο εργοστάσιο, να αποδείξουν ότι τα αφεντικά ευθύνονταν γι’ αυτό το ατύχημα. Η «αντιστροφή του βάρους της απόδειξης», δηλαδή η υποχρέωση των αφεντικών να αποδείξουν ότι δεν ήταν δική τους ευθύνη το ατύχημα ήταν μία από τις πρώτες σημαντικές κατακτήσεις των απεργιών που αναφέρονται στην συνέχεια.
5. Εντάξει η πρόταση είναι υποθετική, αλλά όχι ακριβώς. Τα πρώτα 150 χρόνια του καπιταλισμού δεν υπήρχε κράτος πρόνοιας, και εξάλλου ποτέ δεν έλειψαν οι εργάτες από αυτό τον κόσμο.
6. Κορπορατισμός: αντίληψη που πρεσβεύει ότι όλες οι κοινωνικές τάξεις οφείλουν να αγωνίζονται για την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής αποφεύγοντας τις μεταξύ τους συγκρούσεις.
7. Το φαινόμενο της «κλαδοποίησης» των εργαζομένων, του διαχωρισμού τους με τεχνητό τρόπο σε συντεχνίες με υποτιθέμενα διαφορετικά συμφέροντα, δεν ήταν ο μοναδικός διαχωρισμός αυτής της περιόδου. Στην πραγματικότητα ο φορντισμός αναπτύσσεται παγιώνοντας ένα σύστημα πληθώρας ιεραρχιών και διαχωρισμών, στην διεύθυνση της παραγωγής, στην μισθοδοσία, στην εργασία του φύλου, κ.α.
8. Αφήνουμε αναπάντητα αρκετά ερωτήματα εδώ, αλλά τολμούμε να πούμε ότι θα επανέλθουμε.
9. Θα λέγαμε πως αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα σε συγκεκριμένα κοινωνικό- ιστορικά πλαίσια.
10. Τα νέα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η κοινωνική κίνηση από την δεκαετία του ’60 και μετά μας ωθούν ώστε να μην μιλάμε πια για ταξική σύγκρουση ή σύγκρουση κεφαλαίου εργασίας, αλλά για κοινωνικό ανταγωνισμό. Σε αυτό τον όρο συμπεριλαμβάνονται και οι συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στην σφαίρα της παραγωγής, μεταξύ αφεντικών και εργαζομένων, μεταξύ διευθυντών και διευθυνομένων, κλπ.
11. Όταν το ’68 απεργούσαν οι πόρνες με αυτή την απεργία είπαν όσα δεν είχε πει για αυτές κανένα πρωτοποριακό γκρουπούσκουλο (για να θυμόμαστε πόσο μπροστά είναι όλες οι λεγόμενες πρωτοπορίες), και όταν οι άγριες απεργίες έβαζαν από όπου μπορούσαν το ζήτημα της οργάνωσης της εργασίας δηλ. το ζήτημα της εξουσίας πάλι είπαν ότι δεν είπαν σε όλη τους την ύπαρξη όλες οι πρωτοπορίες.
12. «Ανάλυση της κρίσης του κράτους πρόνοιας ως κρίση οργάνωσης του κοινωνικού» Μ. Χλέτσος, στον τόμο Διαστάσεις της κοινωνικής πολιτικής σήμερα», Ίδρυμα Σ. Καράγιωργα
13. οπ.παρ.
14. Αν αντιπαραθέτουμε στο σημείο αυτό τη νεοφιλελεύθερη με τη μαρξιστική προσέγγιση για το κράτος πρόνοιας είναι γιατί υπονοούμε πως στο βάθος υπάρχει ακριβώς μια και μόνο θεώρηση, με κοινές παραδοχές, η οποία όμως παρουσιάζεται με διαφορετικό πρόσημο στην κάθε της εκδοχή. Με άλλα λόγια απλοποιώντας, ό,τι θεωρείται στη μια πλευρά ως «καλό» καταγγέλλεται στην άλλη ως «κακό». Η θεώρηση αυτή έχοντας κατασκευάσει -μέσα από λειτουργιστικές και αιτιοκρατικές παραδοχές- ένα άκαμπτο και στατικό μοντέλο κράτους το εμφανίζει σαν κάτι παντού και πάντοτε κυρίαρχο. Έτσι και στη μια και στην άλλη εκδοχή το Κράτος θεωρείται ως κάτι ουδέτερο και ανιστορικό: μια δομή.
15. Βρίσκεται στο βιβλίο «Από την μηδενική πολιτική στην μηδενική ανοχή» έκδοση της Λέσχης Κατασκόπων του 21ου Αιώνα.


Η ελληνική περίπτωση

Η ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος αποτελούν αρκετά ιδιάζουσες περιπτώσεις και αναφορικά με το θέμα μας· μία φωνή εδώ θα πει «όλες οι περιπτώσεις ιδιάζουσες είναι». Τόσο όμως ώστε να μιλάμε για κράτος πρόνοιας για πρώτη φορά σε αυτή την χώρα ουσιαστικά το 1981, όταν πια σχεδόν παντού βάλλεται ασυστόλως. Και εδώ μία –άλλη- φωνή θα πει τα γνωστά περί καθυστέρησης του ελληνικού καπιταλισμού. Διαφωνούμε. Η καθυστέρηση είναι πάντα αναφορικά με μία πρόοδο, και η πρόοδος σημαίνει σκοπό. Και όλα αυτά σημαίνουν ντετερμινισμό, κάτι με το οποίο εμείς δεν θέλουμε να έχουμε σχέση. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών υποκειμένων –όλα αποκλειστικά σχεδόν μ-λ καταγωγής- πάντα μιλούσαν για αυτή την χώρα υπό το πρίσμα της οικονομικής της καθυστέρησης. Δεν ξέρουμε πραγματικά τι ακριβώς εννοούσαν ή τι εννοούν αυτές οι μαρξιστικές τοποθετήσεις, αλλά εμείς παρατηρώντας τους εργατικούς και επαναστατικούς αγώνες στην χώρα μας σε σχέση με τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο δεν παρατηρούμε καμία τραγική καθυστέρηση. Το αντίθετο. Ότι ήταν ο μεσοπόλεμος στην δυτική Ευρώπη ήταν και στην Ελλάδα, ότι ήταν τα ‘60s και τα ‘70s στον «ανεπτυγμένο» κόσμο ήταν και στην Ελλάδα. Αλλά και γενικότερα οποιαδήποτε άλλη σύγκριση της «ανάπτυξης» της χώρας έχει πάσχοντα σημεία. Όταν η Ισπανία (και η Πορτογαλία) έχει δικτατορία μέχρι το 1979, και για 40 χρόνια, πόσο περισσότερο «αναπτυγμένες» ήταν; Ή ακόμα περισσότερο, όταν η Δυτική Γερμανία είχε παράνομο το κομμουνιστικό κόμμα για 70 και πλέον χρόνια; Μπορούμε να βρούμε άπειρα παραδείγματα για να δείξουμε ότι όλη σχεδόν η κουβέντα περί υπανάπτυξης και καθυστέρησης δεν είναι παρά μία οικονομίστικη μπούρδα, ωστόσο δεν είναι εδώ ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος.
Ουσιαστικά η ιστορία αυτής της συνθήκης που ονομάζουμε κράτος πρόνοιας ξεκινάει στην Ελλάδα, από την δεκαετία του ‘20 και δώθε. Τότε οι εργατικοί αγώνες μαζικοποιούνται και διευρύνονται εξαναγκάζοντας σε υποχωρήσεις την αστική τάξη1. Μία σημαντική στιγμή για την υπόθεση κράτος πρόνοιας είναι το 1936, όταν η δικτατορία του Μεταξά προκειμένου να εξασφαλίσει και κοινωνική συναίνεση θεσμοποιεί το ΙΚΑ (απάντηση σε ταξικούς αγώνες 15 ετών), έναν μαζικό φορέα ασφάλισης. Τέλος πάντων και εν συντομία μέσα στην δεκαετία του ’30 θα κατακτηθούν μία πρώτη σειρά δικαιωμάτων όσον αφορά την εργασία.
Από το 1940 όμως και για 10 χρόνια θα ακολουθήσει μία καταστροφική πολεμική σύγκρουση πρώτα και κύρια για το εργατικό κίνημα. Το 1950 πια από όλο εκείνο το κίνημα αποκορύφωμα του οποίου ήταν ο Μάης του ’36, δεν θα απομείνει σχεδόν τίποτα, παρά μόνο ένα ΚΚ σταλινικό από την κορφή μέχρι τα νύχια (και αυτό παράνομο). Η επόμενη γενικευμένη συνθήκη που θα ακολουθήσει την γενικευμένη συνθήκη της πολεμικής σύγκρουσης είναι αυτή της μαζικής μετανάστευσης στο εξωτερικό. Για 20 χρόνια σχεδόν η όποια εργατική τάξη της Ελλάδας είτε θα σκοτώνεται στην πολεμική σύγκρουση (κατοχή, εμφύλιος) είτε θα σκοτώνεται στα εργοστάσια της παγκόσμιας ανάπτυξης. Μόνο το ’60 θα ξαναρχίσουν οι εργατικοί αγώνες. Η δικτατορία του ’67, αυτό λέει σε εμάς τουλάχιστον. Το ίδιο και η κατάρρευση της. Και όχι με αυτό δεν εννοούμε το «Πολυτεχνείο», εννοούμε πολύ περισσότερο τις υπόγειες και ίσως άρρητες αντιδράσεις και αντιστάσεις εννοούμε πολύ περισσότερο έναν άδηλο ταξικό και κοινωνικό ανταγωνισμό που μπορεί να μην κάνει μεγαλοπρεπή εμφάνιση σαν πολιτικό αίτημα αλλά έχει ωστόσο σαφείς επιδράσεις εκεί που πονάει, εννοούμε πολύ περισσότερο το γεγονός ότι ναι μεν την χούντα δεν την έριξε το «πολυτεχνείο»2, αλλά και τα αφεντικά δεν είναι μόνα τους πάνω σε αυτό το έδαφος.

Όλα αυτά τα χρόνια προνοιακή πολιτική στο επίπεδο των δικαιωμάτων και με τον τρόπο που υπάρχει στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες δεν υπάρχει. Ένας πολύ σημαντικός λόγος είναι το απολυταρχικό κράτος που υπήρξε για τρεις δεκαετίες από την λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αναφέραμε παραπάνω ότι το κράτος πρόνοιας περνάει και μέσα από φορείς μαζικής αντιπροσώπευσης (συνδικάτα, κόμματα κλπ). Ως εκ τούτου και όταν αυτά εκλείπουν, εκλείπει και μία βασική συνθήκη του κράτους πρόνοιας. Ταυτόχρονα η μαζική μετανάστευση στο εξωτερικό από την μία θα απαλύνει τις όποιες έντονες κοινωνικές αντιδράσεις της δεκαετίας του ’50 και από την άλλη θα εξασφαλίσει εισοδήματα στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα κυρίως της υπαίθρου. Από την άλλη η όποια πρόνοια, θα είναι μία έμμεση στήριξη των λεγόμενων «άτυπων δικτύων φροντίδας» κυρίως της οικογένειας, θα υποστηριχθεί η εξασφάλιση μίας στέγης (αντιπαροχή και δάνεια). Οι εργατικές κατοικίες θα έρθουν μόνο με την χούντα να εξαπλωθούν και πάλι πολύ περιορισμένα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ακόμα και μέχρι την δεκαετία του ’70, το κατεξοχήν επάγγελμα που σχετίζεται με την ύπαρξη του κράτους πρόνοιας, αυτό του κοινωνικού λειτουργού, είναι υπόθεση της εκκλησίας. Συνοπτικά σχεδόν μέχρι το 1974 εργασιακά δικαιώματα δεν υπάρχουν παρά τα στοιχειώδη, ένα πλήθος επιδομάτων είναι στην διακριτική ευχέρεια της εκκλησίας, μαζικοί φορείς και πολιτικά δικαιώματα δεν υφίστανται. Κράτος πρόνοιας σαν θεσμός στην Ελλάδα μέχρι το 1974 δεν υφίσταται. Τότε είναι που κάποια πράγματα θα εξασφαλιστούν για πρώτη φορά.
Το σύνταγμα του 1975 είναι η πρώτη φορά που μπορούμε να μιλάμε θεσμικά για την ύπαρξη κράτους πρόνοιας στην Ελλάδα. Αναλυτικότερα σε αυτό το πολιτειακό κείμενο έχουμε την προστασία των αγροτικών και αστικών συνεταιρισμών, εξασφάλιση δωρεάν βασικής εκπαίδευσης, προστασία της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, την βοήθεια σε άτομα με ειδικές ανάγκες, την εξασφάλιση για την υγεία των πολιτών, την προστασία του γήρατος, της νεότητας, των απόρων και τέλος εξασφάλιση της εργασίας και την στέγης καθώς και ασφάλιση της εργασίας.
Ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα είναι τι είδους εφαρμογή βρήκαν όλες οι παραπάνω ρυθμίσεις στην ελληνική περίπτωση. Ας πούμε η εξασφάλιση της εργασίας (άρα του εισοδήματος άρα της κατανάλωσης) για ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού σήμαινε εργασία για το κράτος –η θέση στο δημόσιο, δεν είναι παρά μία πτυχή του κράτους πρόνοιας. Ουσιαστικά μία ιδιαίτερη καμπή θα γίνει το ’81, και δεν θα κρατήσει ούτε καλά καλά μία δεκαετία. Η περιβόητη δεκαετία του ’80 (που ούτε δεκαετία είναι, μιας και από το ’85 έχουμε την περίφημη λιτότητα…) θα τελειώσει το ’89. Το κράτος πρόνοιας θεσμοποιήθηκε στην Ελλάδα λίγο πριν αρχίσει ο μετασχηματισμός του παγκόσμια, αλλά φαίνεται να τελειώνει ταυτόχρονα με τον υπόλοιπό κόσμο.




1. Η πιο σημαντική για εμάς πηγή για αυτή –η αλήθεια κάπως θολή- περίοδο του ελληνικού επαναστατικού κινήματος είναι οι «Αναμνήσεις» του Άγη Στίνα, τις οποίες τις συστήνουμε ανεπιφύλακτα και όχι μόνο για αυτό τον λόγο.
2.Το Πολυτεχνείο ήταν πολύ περισσότερο η στιγμή μίας διάρκειας του ταξικού ανταγωνισμού παρά η διάρκεια μίας στιγμής.

No comments: