Τεύχος Πέμπτο - Ο Κήπος

Δύ­ο νε­α­ροί γάλ­λοι α­φρι­κα­νι­κής κα­τα­γω­γής νε­κροί α­πό η­λε­κτρο­πλη­ξί­α, προ­σπα­θώ­ντας να απο­φύ­γουν το κυ­νή­γι των μπά­τσων. Εί­κο­σι νύ­χτες στις φλό­γες κά­ποια προ­ά­στια του Πα­ρι­σιού και άλ­λων γαλ­λι­κών πό­λε­ων: μια μι­κρή εκ­δί­κη­ση α­πό ό­σους θα μπο­ρού­σαν δυ­νη­τικά, να βρίσκο­νταν στην θέ­ση των νε­κρών. Μερι­κές χι­λιά­δες αυ­το­κί­νη­τα, κά­ποια σχο­λεί­α, λε­ω­φο­ρεί­α, δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες, πα­ρα­νά­λω­μα του πυ­ρός. Έ­νας α­κρο­δε­ξιός υπουρ­γός δη­μό­σιας τά­ξης -με φι­λο­δο­ξί­ες για το α­ξί­ω­μα της προ­ε­δρί­ας της γαλ­λι­κής δη­μο­κρα­τί­ας- που α­πο­φάν­θη­κε ε­ξαρ­χής: απο­βρά­σμα­τα. Η πί­ε­ση της «κοι­νής γνώ­μης», δη­λα­δή των μη­χα­νι­σμών του κα­θε­στώ­τος, «να σταμα­τή­σει το κα­κό στα προ­ά­στια», για να μην ε­πε­κτα­θεί και αλ­λού. Έ­νας γκω­λι­κός νό­μος «πε­ρί α­πα­γό­ρευ­σης της κυ­κλο­φο­ρί­ας», που α­να­σύρ­θη­κε α­πό την ε­πο­χή του πο­λέ­μου της Αλγε­ρί­ας και των μα­ζι­κών δια­μαρ­τυ­ριών ε­νά­ντια σ’ αυ­τόν. Η πα­ρέμ­βα­ση της γαλ­λι­κής α­ρι­στε­ράς, α­κρο­α­ρι­στε­ράς (και κά­ποιων α­ναρ­χι­κών): ναι στην ο­μα­λό­τη­τα στα προ­ά­στια, αλ­λά ό­χι και έ­τσι… Η κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή, ω­μή ό­πως της πρέ­πει. Πά­νω α­πό 3000 συλ­λή­ψεις, πολ­λές φυ­λα­κί­σεις, κά­ποιες α­πε­λά­σεις στους «χω­ρίς χαρ­τιά». Με­τά: ε­πί­δει­ξη της «κοι­νω­νι­κής» πλευράς του γαλλι­κού κρά­τους με υ­πο­σχέ­σεις προ­γραμ­μάτων πρό­νοιας για τα προ­ά­στια. Η ε­πι­στρο­φή στην ο­μα­λό­τητα τό­σο «αιφ­νι­δια­στι­κά», ό­σο «αιφ­νι­δια­στι­κά» ξε­κί­νη­σαν ό­λα.
Σε ποιους προ­κά­λε­σε έκ­πλη­ξη η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια; Φαι­νο­με­νι­κά σε κα­νέ­να. Αν δια­βά­σου­με τις «εμ­βρι­θείς» α­να­λύ­σεις δη­μο­σιο­γρά­φων, πο­λι­τι­κών και δια­νο­ού­με­νων, στην Ελ­λά­δα λι­γό­τε­ρες, στη Γαλ­λί­α πε­ρισ­σό­τε­ρες, θα δια­πι­στώ­σου­με ό­τι αυ­τό που έ­γι­νε ή­ταν κά­τι α­να­με­νό­με­νο. Πε­ρί­ερ­γα πράγ­ματα. Λες και ό­λοι αυ­τοί, υ­πε­ρα­σπι­στές της μιας ή της άλ­λης εκ­δο­χής αυ­τού του κό­σμου (νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης, α­νοι­χτά φα­σι­στι­κής, σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής, κ.α.), δεν α­νη­σύ­χη­σαν κα­θό­λου α­πό τα μη­νύ­μα­τα της ε­ξέ­γερ­σης. Αυ­τό πά­ει να πει: εί­τε δεν τα έ­λα­βαν σω­στά, εί­τε αυ­τά τα μη­νύ­μα­τα δεν ή­ταν φο­ρείς α­νη­συ­χί­ας για την θέ­ση τους. Θα δού­με.
Α­να­λύ­ο­ντας την δια­δικα­σί­α με­τά­βα­σης α­πό την μορ­φή κρά­τος πρό­νοιας στην μορ­φή νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος σε προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του ε­ντύ­που, γρά­φα­με: «Εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι η νέ­α κοι­νω­νι­κή συν­θή­κη που αρ­χί­ζει να δια­μορ­φώ­νε­ται στις χώ­ρες που υ­λο­ποιεί­ται το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο σχέ­διο, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό μια πό­λω­ση των κοι­νω­νι­κών α­ντι­θέ­σε­ων: συ­γκέ­ντρω­ση του πλού­του σε α­κό­μα λιγό­τε­ρα χέ­ρια, έ­ντα­ση των κοι­νω­νι­κών α­νι­σο­τήτων στις μητρο­πό­λεις της δύ­σης, μα­ζι­κή α­νερ­γί­α σε πο­σο­στά που σε άλλες πε­ριό­δους θα ή­ταν α­πα­γο­ρευ­τι­κά για την λει­τουρ­γί­α του συ­στή­μα­τος, πε­ρι­θω­ριο­ποί­ηση ο­λό­κλη­ρων κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των…» (Το Κι­βώ­τιο τχ 3, Χί­λιες και μί­α μέ­ρες και νύ­χτες κοι­νω­νι­κών και τα­ξι­κών α­ντα­γω­νισμών Ι­Ι).
Πα­ρα­θέ­του­με μια εκ­δο­χή αυ­τής της κα­τά­στα­σης στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια: στο προ­ά­στιο Clichy-Sous-Bois, στο ο­ποί­ο ξε­κί­νη­σε η ε­ξέ­γερ­ση, η α­νερ­γί­α πλήτ­τει το 23% του πλη­θυ­σμού και το 50% των νέ­ων. Το προ­ά­στιο του Νε­ϊ­γί δια­θέ­τει μό­νο το 2,5% των δια­θέ­σι­μων κτι­ρί­ων του δή­μου του για κοι­νω­νικά προ­γράμ­μα­τα δη­μό­σιας στέ­γα­σης, ό­ταν ο νό­μος προ­βλέ­πει του­λά­χι­στον το 20%. Στις ευαί­σθη­τες ζώ­νες (στις ο­ποί­ες εί­ναι ε­νταγ­μέ­νες τα πιο οι­κο­νο­μι­κά α­δύ­να­τα προ­ά­στια) κά­τω α­πό το ό­ρια της φτώχειας βρί­σκε­ται έ­να πο­σο­στό κυ­μαινό­με­νο α­πό 10%-26,5% των κα­τοί­κων τους.
Γρά­φα­με πα­ρα­κά­τω στο ί­διο κεί­με­νο: «Στις κα­τα­στά­σεις αυτές… έ­γι­νε γρή­γο­ρα α­ντι­λη­πτή η ση­μα­σί­α του τρί­του το­μέ­α της κοι­νω­νί­ας, ως α­πα­ραί­τητο συ­στα­τι­κό της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης μορ­φής κράτος». Και σε μια υπο­ση­μεί­ω­ση: «Υ­πάρχει α­κόμα μια δια­δι­κα­σί­α που μπαί­νει σε ε­φαρ­μογή πα­ράλ­λη­λα με αυ­τή της α­νά­πτυ­ξης του τρί­του το­μέ­α... αυ­τή εί­ναι η ποι­νι­κο­ποίη­ση των α­σθε­νέ­στε­ρων οικο­νο­μι­κά και κοι­νω­νι­κά στρω­μά­των».
Στην συ­νέ­χεια προ­σπαθή­σα­με να α­να­λύ­σου­με με ποιο τρό­πο ο ε­θε­λο­ντι­σμός ε­πιστρα­τεύ­ε­ται για να υ­πο­κα­τα­στή­σει –α­νά­με­σα σε ό­λα τα άλ­λα- λει­τουρ­γί­ες του κρα­τι­κο­προ­νοια­κού μοντέ­λου, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας την δω­ρε­άν ερ­γα­σί­α των με­σαί­ων στρω­μά­των και μειώ­νο­ντας έ­τσι το κό­στος για το νε­ο­φι­λε­λεύθε­ρο κρά­τος. Α­ντί­θε­τα δεν μι­λή­σα­με κα­θό­λου για την δια­δι­κα­σί­α της ποι­νι­κο­ποί­η­σης των α­σθε­νέ­στε­ρων ποι­νι­κών στρω­μά­των. Α­ξί­ζει η αφιέρω­ση με­ρι­κών γραμ­μών και σε αυ­τή.
Ο τρί­τος το­μέ­ας, ο το­μέ­ας δη­λα­δή των ε­θε­λο­ντι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων, δεν μπο­ρεί να κα­λύ­ψει το σύ­νο­λο των στρω­μά­των που πλήτ­το­νται ε­ντός της νέ­ας μορφής κρά­τος, πράγ­μα που εί­ναι α­πα­γο­ρευ­τι­κό ε­ξαι­τί­ας του οι­κο­νο­μι­κού κό­στους που προ­ϋ­πο­θέ­τει. Έ­νας λό­γος γι’ αυ­τό, εί­ναι το γε­γο­νός ό­τι μέ­ρος της χρη­μα­το­δό­τη­σης αυ­τών των ορ­γανώ­σε­ων προ­έρ­χε­ται ή­δη α­πό το κρά­τος ή α­πό το ι­διω­τι­κό κε­φά­λαιο. Αν επο­μέ­νως μι­λούσα­με για την α­νά­πτυ­ξη ε­νός ε­κτε­τα­μέ­νου δι­κτύ­ου ε­θε­λο­ντι­κής προ­σφο­ράς που θα κά­λυ­πτε ό­λον τον πλη­θυσμό, τον ο­ποί­ο πε­ρι­θω­ριο­ποιεί το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο μο­ντέ­λο -κά­τι που μέ­σες ά­κρες ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται θε­ωρη­τι­κά και προ­τεί­νει ο Τζέ­ρε­μι Ρί­φκιν στο βι­βλί­ο του «Το τέ­λος της ερ­γα­σί­ας και το μέλ­λον της»- αυ­τό θα ή­ταν de facto ε­πι­στρο­φή σε μια κρα­τι­κο­προ­νοια­κή μορ­φή πα­ρέμ­βα­σης.
Ε­πο­μέ­νως έ­να μέ­ρος αυ­τών των στρω­μά­των έ­πρε­πε να ε­λεγ­χθεί με άλ­λο τρό­πο, έ­πρε­πε να εγκλη­μα­τοποι­η­θεί, να με­τα­τρα­πεί δη­λα­δή σε ε­γκλη­μα­τί­α, μια δια­δι­κασί­α κα­θό­λου πρωτό­τυ­πη ι­στο­ρι­κά στον κα­πι­τα­λι­σμό. Το ί­διο συ­νέ­βη στην πρώ­ι­μη εκ­βιο­μη­χά­νι­ση, ό­ταν ποι­νι­κο­ποι­ή­θη­κε ο αλ­κο­ο­λι­σμός, η πορ­νεί­α, η ε­παι­τεί­α, κ.α. πα­ρεκ­κλί­νου­σες συ­μπε­ρι­φο­ρές α­πό το μο­ντέ­λο της κα­θο­λι­κής μι­σθω­τής σχέ­σης σε μια πε­ρί­ο­δο που ή­ταν έκδηλη η α­νά­γκη της κα­πι­τα­λι­στι­κής μη­χα­νής για ερ­γα­τι­κά χέ­ρια. Σή­με­ρα που η μα­ζι­κή α­νερ­γί­α κυ­ριαρ­χεί σε ευ­ρύ­τερα στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού, η ε­γκλη­μα­το­ποί­η­ση στο­χεύ­ει α­φε­νός στον κανο­νι­στι­κό (δη­λα­δή α­στυ­νομι­κο­δι­κα­στι­κό) έ­λεγ­χο αυ­τών των πλη­θυ­σμών και α­φετέ­ρου στην χει­ρα­γώ­γη­ση τους μέ­σω της α­να­ζω­ο­γό­νη­σης και της ε­πι­βο­λής των πιο σκλη­ρών προ­τύ­πων η­θι­κής και ερ­γα­σί­ας στον κοι­νω­νι­κό βί­ο.1
Ας το πού­με πιο α­να­λυ­τικά. Α­νά­με­σα στους με­τα­σχη­μα­τι­σμούς που χα­ρακτή­ρι­σαν την νέ­α μορ­φή κρά­τος, ή­ταν η αλ­λα­γή στην μορ­φή της ερ­γασίας, η ο­ποί­α α­πό στα­θε­ρή, α­σφα­λισμέ­νη, ο­κτά­ω­ρη, κλπ, γί­νε­ται ευέ­λι­κτη, α­να­σφάλι­στη ή εν μέ­ρει α­σφα­λι­σμέ­νη, με­ρι­κή, κι­νη­τι­κή, κλπ. Με αυ­τό τον τρό­πο δη­μιουργού­νται νέ­α στρώ­μα­τα α­νέρ­γων ή μι­σο­α­νέρ­γων, που ε­πι­βιώ­νουν στα ό­ρια της ε­πιβί­ω­σης και που πα­ράλ­λη­λα οφεί­λουν να προ­σαρ­μο­στούν σε αυ­τή την συν­θή­κη.
Έ­χο­ντας τώ­ρα στο μυα­λό μας ό­τι το δί­καιο εί­ναι μια σχέ­ση α­ντα­γω­νι­στι­κή, δη­λα­δή οι νό­μοι και οι θε­σμοί που διέ­πουν μια κοι­νω­νί­α δεν εί­ναι κα­τα­σκευ­ή κά­ποιων σο­φών δι­κα­στών ή του δί­καιου και πα­νά­γα­θου ό­ντος, αλ­λά ά­με­ση α­ντα­νά­κλα­ση και έκ­φρα­ση του κοι­νω­νικού α­ντα­γω­νι­σμού την συ­γκε­κρι­μέ­νη ι­στο­ρι­κή πε­ρί­ο­δο και με δε­δομέ­νη την ήτ­τα του κοι­νω­νι­κού α­ντα­γω­νι­σμού τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη μορ­φή κρά­τος, δεν θα μπο­ρού­σε παρά να με­τασχη­μα­τί­σει το δίκαιο σε μια κα­τεύ­θυν­ση που εκ­φρά­ζει την νί­κη των α­φε­ντι­κών.
Η πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή α­πό­δει­ξη αυ­τού του με­τα­σχη­μα­τι­σμού ή­ταν η ει­σα­γω­γή θε­ωριών, ό­πως αυ­τή της «μη­δε­νι­κής α­νο­χής», που υ­πο­στη­ρί­ζουν ότι η α­νο­χή σε κά­θε συ­μπε­ρι­φο­ρά που ξε­φεύ­γει α­πό τις νόρ­μες της μι­κρο­α­στικής κο­σμο­θε­ώ­ρη­σης (π.χ. η ε­παι­τεί­α, ο αλ­κο­ο­λι­σμός, κ.α.), εί­ναι προ­οί­μιο της πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τας και της ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τας. Δη­λα­δή ε­νώ στην ι­στο­ρι­κή πε­ρί­οδο που έ­χει προ­η­γη­θεί τέ­τοιες συ­μπε­ρι­φο­ρές α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται σαν δυ­νά­μει το­μείς πα­ρέμβα­σης της κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας, σή­με­ρα ε­μπί­πτουν στο πε­δί­ο της δι­καιο­σύ­νης και της δη­μό­σιας τά­ξης. Φυ­σι­κά για να ε­πι­κρα­τή­σουν τέ­τοιες θε­ω­ρί­ες έ­πρε­πε να βρουν ι­σχυ­ρά κοι­νω­νι­κά ε­ρεί­σμα­τα. Η διά­χυ­ση ε­νός γε­νι­κευ­μέ­νου αι­σθή­μα­τος α­να­σφά­λειας στα με­σαί­α στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού, ή­ταν η χρυ­σή ε­πι­λο­γή για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τού του σκο­πού.
Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά: η δια­δι­κα­σί­α ποι­νι­κο­ποί­η­σης-ε­γκλη­μα­το­ποί­η­σης κα­τα­σκευά­ζε­ται α­πό το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος για να «στρώσει» τα χα­μη­λά (και δυ­νά­μει α­νυ­πό­τα­κτα) κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα στην πει­θαρ­χί­α της προ­σω­ρι­νής και ε­πισφα­λούς ερ­γα­σί­ας ή α­κόμα και στην κα­τά­στα­ση της πα­ρα­τε­τα­μέ­νης α­νερ­γί­ας. Και ό­χι βέ­βαια ε­πει­δή το «κα­κό» κρά­τος α­ρέ­σκε­ται στο να κα­τα­στέλ­λει την «κα­λή»κοι­νω­νί­α.
Τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα αυ­τού του μετα­σχη­μα­τι­σμού, προ­βάλ­λο­νται ε­ντυ­πω­σια­κά στην νέα σω­φρο­νι­στι­κή δη­μο­γρα­φί­α που δια­μορ­φώ­νεται: το πο­σο­στό φυ­λά­κι­σης στην Γαλ­λί­α περνά­ει α­πό τους 71 στις 100.000 κα­τοί­κους στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του 1980, στους 95 στις 100.000, 18 χρό­νια με­τά. Ο πλη­θυ­σμός «υ­πό την σκέ­πη της δι­καιο­σύ­νης» (πρό­σω­πα υ­πό δι­κα­στι­κή ε­πι­τή­ρηση, υ­πό ό­ρους α­να­στο­λή ε­κτέ­λε­σης της ποινής, υ­πό ό­ρους α­πό­λυ­ση, κ.α.) στις αρ­χές του 1998 ή­ταν μι­σή φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ό­τι 9 χρό­νια πριν και 2,5 φο­ρές πε­ρισ­σό­τερο α­πό το 1975. Εν τω με­τα­ξύ, ό­πως ση­μειώ­νει ο Wacquant2«επα­να­δια­γρά­φε­ται το προ­φίλ του τι­μω­ρούμενου α­δι­κή­μα­τος», κα­θώς με­τα­το­πί­ζε­ται α­πό τα α­δι­κή­μα­τα με ά­με­σο θύ­μα, σε δύο κυ­ρί­ως α­δι­κή­μα­τα: αυ­τά που α­φο­ρούν την πα­ρα­βί­α­ση της νο­μο­θε­σί­ας πε­ρί ναρ­κω­τι­κών ου­σιών και αυ­τά που α­φο­ρούν την πα­ρά­νο­μη δια­μο­νή στην χώ­ρα αλ­λο­δα­πών. Γι’ αυ­τό φυ­σι­κά δεν εί­ναι τυχαί­ο ό­τι η συντρι­πτική πλειο­ψη­φί­α των φυ­λα­κι­σμέ­νων εί­ναι με­τα­να­στευ­τι­κής κα­τα­γω­γής.
Έ­να τε­λευ­ταί­ο γε­γο­νός που πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί εί­ναι η κοι­νω­νι­κή γε­ω­γρα­φί­α των προ­α­στί­ων. Τα προ­ά­στια του Πα­ρι­σιού οι­κο­δο­μή­θη­καν κα­τά το με­γά­λο οικο­νο­μι­κό μπουμ της χρυ­σής ε­πο­χής του κρά­τους πρό­νοιας για να στε­γά­σουν την α­νει­δί­κευ­τη κυ­ρί­ως ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη που στε­λέ­χω­νε τις με­γά­λες βιο­μη­χα­νι­κές μο­νά­δες που βρι­σκό­ταν κο­ντά σε αυ­τά. Α­πό τό­τε και ε­νώ η γαλ­λι­κή ερ­γα­τι­κή τά­ξη βελ­τί­ω­νε την θέ­ση της, πα­ράλ­λη­λα με τα κύ­μα­τα της με­τα­νά­στευ­σης που έφτα­ναν α­πό τις πρώ­ην γαλ­λι­κές α­ποι­κί­ες της Α­φρι­κής, βρι­σκό­ταν να ε­πε­κτεί­νο­νται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο και να κα­τοι­κού­νται κα­τά κύ­ριο λό­γο α­πό αυ­τό τον πληθυ­σμό, ε­νώ οι πα­λιοί γάλ­λοι ερ­γά­τες μετα­νά­στευαν σε πιο α­να­βαθ­μι­σμέ­νες ζώ­νες. Α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του 1980, όταν άρ­χι­σαν να πε­ρι­κό­πτο­νται οι κοι­νω­νι­κές πα­ρο­χές σε με­γά­λα στρώ­μα­τα του πλη­θυσμού, πα­ράλ­λη­λα με την ε­πέ­κτα­ση της μα­ζικής α­νερ­γί­ας, τα προ­ά­στια μπή­καν σε καθε­στώς ε­πι­τή­ρη­σης. Μά­λι­στα με­τά την ε­ξέ­γερ­ση του 1981 α­πό τους νε­αρούς γάλ­λους α­ρα­βι­κής κα­τα­γω­γής, πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν τα­χύ­τα­τα οι κα­τα­σταλ­τι­κοί μη­χα­νι­σμοί του κα­θε­στώ­τος σε αυ­τούς τους το­μείς της πό­λης. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο ό­τι κά­θε χρό­νο ε­κτε­λού­νται 40.000 προ­σω­ρι­νές φυ­λα­κί­σεις α­νη­λί­κων -συ­νή­θως έγ­χρωμων- που συλ­λαμ­βά­νο­νται σε ε­λέγ­χους για ε­ξα­κρι­βώ­σεις στοι­χεί­ων, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι από τους ο­ποί­ους α­πο­φυ­λα­κί­ζο­νται αρ­γό­τε­ρα λόγω έλ­λει­ψης στοι­χεί­ων. Ό­πως δεν εί­ναι τυ­χαί­ο, ό­τι έ­να κομ­μά­τι, μι­κρό αλ­λά υ­παρκτό, αυ­τού του νε­α­ρού πλη­θυ­σμού ε­ξω­θεί­ται α­πό το κρά­τος στην πα­ρα­οι­κο­νο­μί­α ναρ­κωτι­κών ου­σιών, για να ε­πι­βε­βαιώνει την α­νά­γκη της α­στυ­νό­μευ­σης του.
Κα­νείς δεν εί­ναι τό­σο η­λί­θιος, ώ­στε να μην μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει ό­τι τέ­τοιου τύ­που κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες γεν­νούν ξε­σπά­σμα­τα α­ντί­δρα­σης. Η πρό­σφα­τη ε­ξέ­γερ­ση ε­ξάλ­λου εί­ναι μια στιγ­μή υ­ψη­λής έ­ντασης της α­ντι­βί­ας ενός μέ­ρος των κα­τα­πιε­σμέ­νων, μια στιγ­μή α­νά­με­σα σε τό­σες άλ­λες κα­θη­με­ρι­νής και νυ­χτε­ρι­νής βί­ας ε­να­ντί­ον τους και α­ντι­βί­ας α­πό την πλευ­ρά τους ε­νά­ντια στις πρα­κτι­κές της μη­δε­νι­κής ανο­χής που ε­φαρ­μό­ζει το γαλ­λι­κό κρά­τος. Ε­κεί­νων των κα­τα­πιεσμέ­νων νε­α­ρών με γαλ­λι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα, τρί­της γε­νιάς με­τα­να­στών, που έ­χουν φά­ει στην μά­πα την μι­ζέ­ρια της πα­ρα­δο­σια­κής οι­κο­γέ­νειας. Έ­χουν φά­ει στην μά­πα τις παρ­λα­πί­πες πε­ρί δη­μο­κρα­τί­ας, ι­σό­τη­τας, α­δελ­φό­τη­τας του ρε­που­μπλι­κα­νι­κού σχο­λεί­ου της συ­νοι­κί­ας τους. Έ­χουν φά­ει στην μά­πα την μι­ζέρια της γει­το­νιάς τους, την α­νερ­γί­α, το ρα­τσι­σμό στην α­να­ζή­τη­ση ερ­γα­σί­ας. Έ­χουν φά­ει στην μά­πα τις υ­πο­σχέ­σεις της με­τα­θα­νά­τιας ζω­ής του ι­μά­μη του δή­μου. Και ό­λα αυ­τά, ό­ντας με­ρι­κά μό­νο χι­λιό­με­τρα α­πό το κέ­ντρο της πό­λης του φωτός, α­πό τις ζω­ντα­νές εκ­πλη­ρώ­σεις των υ­πο­σχέ­σε­ων για τους άλ­λους.
Η ε­ξέ­γερ­ση στα πα­ρισι­νά προ­ά­στια ή­ταν η κραυ­γή ε­νός με­γά­λου μέ­ρους του κό­σμου που πα­ρή­γα­γε ο με­τα­σχη­μα­τι­σμός της κοι­νω­νι­κής μορ­φής τα τε­λευ­ταί­α τριά­ντα χρό­νια και η εκ­κω­φα­ντι­κή και ο­λόλα­μπρη υ­πεν­θύ­μι­ση ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός δεν μπο­ρεί να πε­τά­ει στα σκου­πί­δια τό­σο κό­σμο, και ό­λα να συ­νε­χί­ζουν να πη­γαί­νουν κα­λά.
Ήταν η εμ­φά­νι­ση στο προσκή­νιο αυ­τού του συλ­λο­γι­κού υ­πο­κει­μέ­νου, που βιώ­νει ή­δη (και γι’ αυ­τό την έ­χει συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει σε βά­θος), την προ­ο­πτι­κή του no future που του έ­χει ε­πι­φυ­λα­χθεί3. Ή­ταν η ζω­ντα­νή, συλ­λο­γι­κή σκη­νο­θε­σί­α και ε­κτέ­λε­ση του μί­σους, την ο­ποί­α μί­ση­σαν μέ­χρι θα­νά­του τα πλή­θη του γαλλι­κού α­στι­κού φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, η ί­δια τά­ξη αν­θρώ­πων που είχε συ­γκι­νη­θεί, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον Κα­σοβίτ­ς να σκη­νο­θε­τεί την γνω­στή ται­νί­α του «Το μί­σος», α­σκώ­ντας κρι­τι­κή (και προ­ειδο­ποιώ­ντας) το γαλ­λι­κό νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό. Να θυ­μη­θού­με πό­τε; Το Δε­κέμ­βρη του 1995, την ί­δια ε­πο­χή που έ­να άλ­λο συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο, έ­κα­νε με­τά α­πό ει­κο­σι­πέ­ντε του­λά­χι­στον χρόνια την μα­ζι­κή εμ­φά­νι­ση του στο δρό­μο, ό­ταν με­γά­λα κομ­μά­τια α­πό τον δημό­σιο κυ­ρί­ως τομέ­α των γαλ­λι­κών ερ­γα­τι­κών στρω­μά­των, προ­σπά­θη­σαν να υ­πε­ρα­σπιστούν για τε­λευταί­α φο­ρά κά­ποιες κα­τα­κτή­σεις του κρά­τους πρό­νοιας. Με μια έν­νοια ε­νά­ντια σε ό­ψεις του νε­ο­φι­λε­λευθε­ρι­σμού εί­χαν α­γω­νι­στεί και τα δύ­ο αυτά υ­πο­κεί­με­να. Ό­μως η τε­ρά­στια δια­φο­ρά με­τα­ξύ τους -α­νά­με­σα σε δευ­τε­ρεύ­ου­σες άλ­λες- εί­ναι η πα­ντε­λής α­νι­κα­νό­τη­τα της πα­ρα­δο­σια­κής α­ρι­στε­ράς σε ό­λες τις εκ­δο­χές της να δια­με­σο­λα­βήσει πο­λι­τι­κά τους ση­με­ρι­νούς ε­ξε­γερ­μέ­νους των γαλ­λι­κών μη­τρο­πό­λε­ων. Πράγ­μα που δυ­νη­τι­κά θα μπο­ρού­σε να κά­νει την ύ­παρ­ξη του δεύ­τε­ρου υ­πο­κει­μέ­νου, α­πει­λη­τι­κή και για την ί­δια.
Ή­ταν το «τα­ξικό μί­σος χω­ρίς τά­ξη», ε­νά­ντια στο κρά­τος και τους θε­σμούς του, ε­νά­ντια στην πο­λι­τι­κή δια­με­σο­λά­βη­ση της κοι­νω­νι­κής α­πελ­πι­σί­ας, ενά­ντια στην κοι­νω­νι­κή συ­ναί­νε­ση των αλ­λο­τριω­μέ­νων.
Δεν εί­ναι ό­λα αυ­τά αρ­κε­τά για να α­κο­λου­θή­σει η ε­πι­χεί­ρη­ση δια­στρέβλω­σης της ε­ξέ­γερ­σης α­πό τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του κα­θεστώ­τος, ό­ταν οι κα­τα­σταλ­τι­κοί μη­χα­νισμοί είχαν ή­δη α­να­λά­βει την ω­μή ε­πι­στρο­φή στην τά­ξη; Μια διαστρέ­βλω­ση ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη σε μια κρι­τι­κή πό­τε χο­λε­ρι­κή και α­προ­κά­λυ­πτα φα­σι­στι­κή, πό­τε φιλε­λεύ­θε­ρη και ε­λα­φρά υ­πο­κρι­τι­κή, και πό­τε α­ρι­στε­ρή και κα­τα­δικα­στι­κή με εκλε­πτυ­σμέ­νο τρό­πο.
Οι πι­τσιρικά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες συ­γκρού­ο­νται με τους μπά­τσους στις γει­το­νιές τους. Η political correct σκέ­ψη θα κρί­νει: εί­στε α­νή­θικοι, για­τί δεν πά­τε στις γει­το­νιές των πλου­σί­ων; Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες δεν ση­κώ­νουν κα­μιά ση­μαί­α, δεν προ­σκυ­νά­νε τα βρα­κιά κα­νε­νός μου­λά, δεν νο­σταλ­γούν κα­μιά Μέκ­κα. Η political correct σκέ­ψη θα νο­η­μα­το­δοτή­σει: ε­θνο­φυ­λε­τι­κή σύ­γκρου­ση. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες, δεν κολ­λά­νε α­φί­σες, δεν μοι­ρά­ζουν προ­κη­ρύ­ξεις, δεν δη­μο­σιεύ­ουν μα­νι­φέ­στα. Η political correct σκέ­ψη θα απο­φαν­θεί: ε­ξέ­γερ­ση χω­ρίς λα­λιά, α­πο­λί­τικη, ά­ναρ­θρη ε­ξέ­γερ­ση. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες καί­νε αυτο­κί­νη­τα, α­δια­κρί­τως. Η political correct σκέ­ψη θα τους κα­τα­δι­κά­σει: εί­στε βάν­δα­λοι. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες βά­ζουν φω­τιά στα σχο­λεί­α. Η political correct σκέψη θα α­φη­νιά­σει: καί­τε τους να­ούς του ου­δε­τε­ρό­θρη­σκου πνεύμα­τος και του ρε­που­μπλι­κα­νι­κού πο­λι­τι­σμού. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες καί­νε δημό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες, λε­ω­φο­ρεί­α, κ.α. Η political correct σκέ­ψη θα απο­δο­κιμά­σει: πυρ­πο­λεί­τε την κρα­τι­κή πρό­νοια. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες καί­νε τζα­μιά. Η political correct σκέ­ψη (της άλ­λης ό­ψης του νο­μί­σμα­τος) θα σταθεί α­μή­χα­νη: εί­στε α­σε­βείς. Και ο κα­τά­λο­γος δεν έ­χει τε­λειω­μό. Οι εξε­γερ­μέ­νοι και οι ε­ξε­γερ­μέ­νες των γαλ­λικών μη­τρο­πό­λε­ων εί­ναι α­κό­μα: πρεζά­κια, πρε­ζέ­μπο­ροι, μέ­λη ποι­κί­λων συμ­μο­ριών, φα­να­τι­κοί ι­σλα­μι­στές, τρο­μο­κρά­τες με δια­συν­δέ­σεις με την Αλ-Κά­ι­ντα. Ε, ας το διά­ο­λο.
Ο ρη­χός λό­γος της δη­μο­σιο­γρα­φί­ας και της α­κα­δη­μί­ας, ο λό­γος δη­λα­δή των υ­παλ­λή­λων του ι­διω­τι­κού κε­φα­λαί­ου και του κρά­τους, έ­κα­νε κε­ντρι­κό ση­μεί­ο α­να­φο­ράς στην ερ­μη­νευ­τι­κή του με­θο­δο­λο­γί­α, ό­ταν αυ­τή εί­χε κά­ποια συ­στη­μα­τι­κό­τη­τα, και δεν ή­ταν α­πλά έ­να πα­ρα­λή­ρη­μα απο­λο­γη­τι­κής υ­πέρ του κα­θε­στώ­τος, δύ­ο ση­μεί­α της ε­ξέ­γερ­σης: τον δή­θεν α­πο­λί­τι­κο χα­ρα­κτή­ρα της και την φθο­ρά της ι­διω­τι­κής πε­ριου­σί­ας και κυ­ρί­ως των αυ­το­κινή­των.
Η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια ή­ταν έ­να βα­θιά κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, με έ­ντο­νο πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Η πρό­τα­ξη του αι­τή­μα­τος των ε­ξε­γερ­μέ­νων, έ­στω και με προ­φο­ρι­κό τρό­πο, «να πα­ραι­τη­θεί ο Σαρ­κο­ζί», πά­ει να πει στα μά­τια τους «να κα­τα­στρα­φεί η μη­δε­νι­κή α­νο­χή στα προ­ά­στια», ό­τι και να ση­μαί­νει αυ­τό, δια­μορ­φώ­νει α­πευ­θεί­ας την πο­λι­τι­κή α­πό­χρω­ση της δια­μαρ­τυ­ρί­ας. Με τον ί­διο τρό­πο που την δια­μορ­φώ­νει και ο συλ­λο­γι­κός της χα­ρα­κτή­ρας και η αλλη­λεγγύ­η με­τα­ξύ των ε­ξε­γερ­μέ­νων, δια­στάσεις που προ­βάλ­λουν την συ­νεί­δη­ση της κοι­νό­τη­τας των συμ­φε­ρό­ντων, κό­ντρα στις α­καδη­μα­ϊ­κές α­θλιό­τη­τες πε­ρί «α­το­μι­κι­στι­κής» ε­ξέ­γερ­σης. Αυ­τό που έ­λει­πε α­πό την ε­ξέ­γερ­ση για να α­πο­κτή­σει ολο­κλη­ρω­μέ­νο πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο ή­ταν α­φε­νός οι συλ­λο­γι­κές δια­δι­κα­σί­ες συ­γκρό­τη­σης ευ­ρύ­τε­ρου πο­λι­τι­κού προ­τάγ­μα­τος και α­φε­τέ­ρου η διεκ­δί­κη­ση του.
Ω­στό­σο λέ­τε να φταί­νε πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες 15 έ­ως 18 χρο­νών γι’ αυ­τό το πράγ­μα; Λέ­τε να φταί­νε οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες για το γε­γο­νός της α­πουσί­ας πο­λι­τι­κού ο­ρά­μα­τος στην ε­ξέ­γερ­ση τους; Λέ­τε να φταί­νε οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες για το ό­τι ε­δώ και ει­κο­σι­πέ­ντε του­λά­χι­στον χρό­νια έ­χει κα­ταρ­ρεύ­σει το ε­πα­να­στα­τι­κό φα­ντα­σια­κό πα­γκόσμια; Για το ό­τι εδώ και εί­κο­σι του­λά­χι­στον χρό­νια ό­λες οι απο­χρώ­σεις της πα­γκό­σμιας α­ρι­στε­ράς έ­χουν απο­δε­χτεί πλή­ρως το υ­πάρ­χον κοι­νω­νι­κό πλαί­σιο, χω­ρίς να έ­χουν την ο­ποια­δή­πο­τε ρι­ζοσπα­στική πρό­τα­ση για τους κο­λα­σμέ­νους ή για τους αλ­λο­τριω­μέ­νους αυ­τού του πλα­νή­τη; Για το ό­τι εδώ και δε­κα­πέ­ντε του­λά­χι­στον χρό­νια ό­λες σχεδόν οι συ­νι­στώ­σες του ε­πα­να­στα­τικού χώ­ρου, τρώ­νε τα κου­ρέ­λια τους με­ταξύ τους, χα­μέ­νοι μέ­σα σε μια ναρ­κισσι­στι­κή αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα, α­νί­κα­νοι να κατα­νο­ή­σουν τους με­τα­σχη­μα­τι­σμούς αυ­τού του κό­σμου για να πα­ράγουν έ­να σύγ­χρονο ε­πα­να­στα­τι­κό σχέ­διο. Ί­σως επει­δή οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς που δη­λώ­νουν ε­πα­να­στά­τες εί­ναι εί­τε βο­λε­μέ­νοι σε αυ­τήν την κοι­νω­νί­α και στην α­γκα­λιά των θέλ­γη­τρων της εί­τε φορτω­μέ­νοι με την ήτ­τα του πα­ρελ­θόντος και α­νί­κα­νοι να την ξε­πε­ρά­σουν, α­ντικρί­ζο­ντας στα μά­τια την νέ­α πραγ­μα­τι­κότη­τα που έ­χει δια­μορ­φω­θεί4. Και πε­ρι­μέ­νει ή κά­νει πως πε­ρι­μέ­νει, ο κά­θε πλη­ρω­μέ­νος μα­λά­κας με έ­δρα στις πο­λι­τι­κές ε­πι­στή­μες και με α­ρι­στε­ρό πα­ρελ­θόν, να του πα­ρου­σιά­σουν το και­νούρ­γιο κε­φά­λαιο (για να σπά­σει την μο­νο­το­νί­α που του προ­κα­λεί η κα­θημε­ρι­νή δι­δα­σκα­λί­α του μαρ­ξι­κού Κε­φα­λαί­ου στο αμ­φιθέ­α­τρο), αυ­τοί οι πι­τσι­ρι­κά­δες;
Σύμ­φυ­το με αυ­τό εί­ναι το ζή­τη­μα της α­που­σί­ας γρα­πτού λό­γου. Ό­ταν στα μάτια και στην κα­θη­με­ρι­νή ε­μπει­ρί­α αυ­τών των αν­θρώ­πων, ο γρα­πτός λό­γος εκ­προ­σω­πεί το εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα και την α­να­διανε­μη­τι­κή (και ά­ρα δια­χω­ρι­στική) λει­τουρ­γί­α του, ό­ταν έ­χουν οι ί­διοι δια­πι­στώ­σει τον πο­μπώ­δη και υ­πο­κρι­τι­κό ρε­που­μπλι­κα­νι­κό5 χα­ρα­κτή­ρα του, πώς να μην τον θε­ω­ρούν ως έ­να ερ­γαλεί­ο του ε­χθρού ε­να­ντί­ον τους; Και για­τί να θέ­λουν να κά­νουν χρή­ση αυτού του ό­πλου, ε­νά­ντια στους ί­διους τους ε­αυ­τούς τους;
Η κα­τα­στρο­φή του αυτο­κι­νή­του, ίσως της πιο κε­ντρι­κής φα­ντα­σια­κής ση­μα­σί­ας και του πιο ση­μα­ντι­κού συμ­βό­λου κοι­νωνι­κής θέ­σης στο σύγ­χρο­νο κα­πι­τα­λι­σμό («αυ­το­κί­νη­το, η α­πό­λυ­τη α­στι­κή ιδιο­τέ­λεια», έ­γρα­φε ένα μό­το σε έ­να κα­ρέ, ε­νός πα­λιού κό­μικ του Λέ­αν­δρου), υ­πήρ­ξε η πιο ο­ρα­τή έκφρα­ση της ε­ξέ­γερ­σης. Για τους η­λί­θιους που α­να­ρω­τιού­νται για­τί οι πι­τσι­ρικά­δες δεν καί­νε αυ­το­κί­νη­τα στα πλού­σια προ­ά­στια, να διευκρι­νί­σου­με τρί­α πράγ­μα­τα. Πρώ­τον, ό­τι η κοι­νω­νι­κή σύνθε­ση των προ­α­στί­ων, δεν εί­ναι ο­μοιο­γε­νής σε ό­λη την έ­κτα­ση τους. Δη­λα­δή υ­πάρ­χουν ζώ­νες ε­ντός των προ­α­στίων αρ­κε­τά πλού­σιες, δί­πλα σε άλ­λες που ζουν οι ε­ξα­θλιω­μέ­νοι. Δεύ­τε­ρον, ό­τι η α­στυ­νο­μί­α εί­χε δη­μιουρ­γή­σει έ­ναν ε­ξαι­ρε­τικά α­σφυ­κτι­κό κλοιό γύ­ρω α­πό τα προ­ά­στια, σε σταθ­μούς συ­γκοι­νω­νιών κτλ, που στην πρά­ξη τα α­πέ­κλειε α­πό το κέ­ντρο της πό­λης. Και τρί­τον, ό­τι ό­πως και να χουν τα πράγ­μα­τα, τα αυ­το­κί­νη­τα δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να συμβο­λί­ζουν κά­τι για να καί­γο­νται και να γί­νο­νται ο­δο­φράγ­μα­τα. Αρ­κεί για αυ­τό το λό­γο α­πλά η χρη­στι­κή αξί­α που μπο­ρεί να έ­χουν για έ­να συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο, που θέ­λει να α­ντι­πα­ρα­τε­θεί με τους μη­χανι­σμούς κα­τα­στολής, ό­πως α­πό­δει­ξε ο πα­ρισι­νός Μά­ης του 1968, ό­πως α­πόδει­ξε το τρι­ή­με­ρο του Νο­έμ­βρη του 1973 στην Αθή­να και τό­σες άλ­λες στιγ­μές της ι­στο­ρί­ας του κοι­νω­νι­κού α­ντα­γω­νισμού.
Κά­ποιος κα­τώ­τε­ρος υ­πάλ­λη­λος του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, α­ρι­στε­ρός δια­νο­ου­με­νί­σκος (του Συ­να­σπι­σμού της Α­ρι­στε­ράς, κλπ) και λέ­κτο­ρας σε έ­να ελ­λη­νι­κό πανε­πι­στή­μιο6, χα­ρα­κτή­ρι­σε ως ε­θνο­φυ­λε­τι­κή την ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια, σε έ­να στομ­φώ­δες, α­κα­δη­μα­ϊ­κό και ά­κρως εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής ο­πτι­κής βι­βλί­ο του (το μό­νο μέχρι τώ­ρα στην Ελ­λά­δα), που κυ­κλο­φό­ρησε πρό­σφα­τα, συ­νο­ψί­ζο­ντας τις συζη­τή­σεις των ο­μοί­ων του (κυ­ρί­ως) για την ε­ξέ­γερ­ση, στην Γαλ­λί­α και ε­δώ. Θα χρεια­στεί να υ­πεν­θυ­μί­σου­με σε αυ­τό τον κα­θη­γη­τά­κο των πο­λι­τι­κών ε­πιστη­μών, αλ­λά και σε διά­φο­ρους α­στεί­ους τύ­πους (για τους ο­ποί­ους ι­σχύ­ει το πα­λιό ρη­τό: ό­ταν το δά­κτυ­λο έδει­χνε το φεγ­γά­ρι, οι η­λί­θιοι έ­βλε­παν την η­μι­σέ­λη­νο), ό­τι ο χα­ρα­κτή­ρας μιας ε­ξέ­γερ­σης δεν κρί­νε­ται α­πό την ε­θνι­κό­τη­τα και το χρώ­μα αυ­τών που συμ­με­τέ­χουν, αλ­λά α­πό τα αι­τή­μα­τα τους, τους σκο­πούς τους, τους τρό­πους πά­λης τους, την πο­λι­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ράς τους εν γέ­νει. Κρα­τά­με σαν πο­λύ σημα­ντι­κό γε­γο­νός το ότι οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πιτσι­ρί­κες φτύ­σα­νε στα μού­τρα τό­σο τις ε­θνι­κι­στι­κές, ό­σο και τις θρη­σκευτι­κές αυ­τα­πά­τες και ι­δε­ο­λη­ψί­ες. Ό­σον α­φο­ρά το πρώ­το, και α­να­γνω­ρί­ζο­ντας τον πο­λυε­θνι­κό χα­ρα­κτή­ρα της ε­ξέ­γερ­σης, αλ­λά και πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας α­φη­γή­σεις των ε­ξε­γερ­μέ­νων («Δεν μας εν­δια­φέ­ρει η πα­τρί­δα των γο­νιών μας, δεν θέ­λου­με να πά­με ε­κεί, ε­μείς ζού­με εδώ»), δεν μας εκ­πλήσσει. Ό­σον α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο α­πο­τε­λεί για μας δείγ­μα υψη­λής πο­λι­τι­κής ω­ρι­μό­τη­τας: οι θρη­σκευ­τι­κοί η­γέ­τες των κοι­νο­τή­των των πι­τσι­ρι­κά­δων ή­ταν α­πό τους πρώ­τους που κα­τα­δι­κά­σα­νε το κί­νη­μα, κά­νο­ντας εκ­κλήσεις ε­πι­στρο­φής στην ο­μα­λό­τη­τα. Γι’ αυ­τό το λό­γο -αν και πι­θα­νόν προ­κά­λε­σε α­μη­χα­νί­α σε κά­ποιους- η πυρ­πό­λη­ση του τζα­μιού δεν ή­ταν τυ­χαί­ο γε­γο­νός.
Θα μπο­ρού­σα­με να γρά­φα­με πολ­λά α­κόμα, και α­φή­νου­με πολ­λά ζη­τή­μα­τα με εν­διαφέ­ρον έ­ξω α­πό αυ­τή την α­νά­λυ­ση. Το πιο ση­μα­ντι­κό εί­ναι τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει για το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο μοντέ­λο αυ­τή η ε­ξέ­γερ­ση. Έ­να άλ­λο ζήτη­μα εί­ναι το κα­τά πό­σο μπαίνει σε κρί­ση το ε­θε­λο­ντι­κό πα­ρά­δειγ­μα και η δυ­να­τό­τη­τα του να α­πο­σο­βεί τέ­τοιου τύ­που φαι­νό­με­να. Έ­να τρί­το, πό­σο τα αί­τια αυ­τής της ε­ξέ­γερ­σης α­φο­ρούν μό­νο την Γαλ­λί­α, και ό­χι για πα­ρά­δειγ­μα και την Ελ­λά­δα. Ένα τέ­ταρ­το ζή­τη­μα εί­ναι πως κα­τα­σκευά­στηκε α­πό τα ελ­λη­νι­κά ΜΜΕ η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια. Έ­να πέ­μπτο ποια ή­ταν η πρό­σλη­ψη αυ­τής της ε­ξέ­γερ­σης α­πό τα πο­λι­τι­κά υ­πο­κεί­με­να της αμφι­σβή­τη­σης ε­δώ και ποια η στά­ση τους σε σχέ­ση με αυ­τήν (αυ­τό εί­ναι εύ­κο­λο, πέ­ρα α­πό κά­τι γελοί­ους α­κτι­βι­σμούς δεν έ­κα­ναν σχε­δόν τί­πο­τα άλ­λο. Κρα­τά­με σαν ση­μα­ντι­κή την δια­δήλω­ση αλ­λη­λεγ­γύ­ης συ­ντρό­φων στα Χα­νιά, με κε­ντρι­κό σύν­θη­μα: Κά­γκε­λα α­ό­ρα­τα, κάγκε­λα ο­ρα­τά/ μέ­σα στην Γαλ­λί­α, πή­ρα­νε φω­τιά). Ό­λα αυτά πι­θα­νόν να μας α­πα­σχο­λή­σουν αρ­γό­τε­ρα. Για τώ­ρα δύ­ο-τρεις α­κό­μα λέ­ξεις
Η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια δεν ή­ταν ε­πα­νά­στα­ση, ού­τε καν προ­οί­μιο της ε­πα­νά­στα­σης, ού­τε ή­θε­λε να εί­ναι αυ­τό το πράγ­μα. Η ε­πα­νάστα­ση αν γίνει πο­τέ, θα εί­ναι δη­μιουρ­γι­κή και ρη­ξικέ­λευ­θη, σφο­δρή και συ­ντρι­πτι­κή και χί­λια δύ­ο άλ­λα πράγ­μα­τα που πι­θα­νόν δεν μπο­ρού­με καν να τα φα­ντα­στού­με. Ή­ταν ό­μως σί­γου­ρα μια α­πό τις γνη­σιό­τε­ρες εκ­φρά­σεις τα­ξι­κού μί­σους σε μια ε­πο­χή που δεν υ­πάρ­χει καν δια­δι­κα­σί­α συ­γκρό­τη­σης και γί­γνε­σθαι α­πό την πλευ­ρά των εκ­με­ταλ­λευο­μέ­νων, δη­λα­δή δι­κή τους τά­ξη. Και αυ­τό είναι το με­γά­λο στοί­χη­μα που κα­λού­νται να βά­λουν στους ε­αυ­τούς και συλ­λο­γι­κά οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια: η εξέ­γερ­ση τους ή θα γί­νει η μα­γιά για μια πρω­το­γε­νή δια­δι­κα­σί­α συ­γκρό­τη­σης τά­ξης ή θα πα­ραμεί­νει με­ρι­κές φω­τει­νές νύ­χτες στο σκο­τά­δι της γε­νι­κής ήτ­τας του κοι­νω­νι­κού α­νταγω­νι­σμού, που βιώ­νου­με τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ετί­ες. Και αυ­τό εί­ναι το με­γά­λο δίλημ­μα που κα­λού­μα­στε να βά­λουμε στους ε­αυ­τούς μας ε­μείς, χι­λιά­δες χι­λιό­με­τρα μα­κριά α­πό τα παρι­σι­νά προ­ά­στια: ή ξε­κι­νά­με α­πό την αρ­χή για να συμ­βάλ­λου­με με ό­λες μας τις δυ­νά­μεις στην δη­μιουρ­γί­α του ί­διου πράγ­μα­τος ώ­στε οι ε­ξε­γέρ­σεις του μέλ­λο­ντος να α­πο­κτούν ό­λο και περισ­σότε­ρο ου­σια­στι­κό πε­ριε­χό­μενο ή θα βυ­θι­ζό­μα­στε μέ­σα στην φαι­νο­με­νι­κά φα­ντα­χτε­ρή, αλ­λά τό­σο μί­ζε­ρη αυ­το­α­να­φο­ρι­κότη­τα μας, πα­νη­γυ­ρί­ζο­ντας χα­ζο­χα­ρού­με­να αυ­τά που (υ­πο­τί­θε­ται) εί­χα­με προ­βλέ­ψει, και τις φλό­γες που φω­τί­ζουν τις πό­λεις του φω­τός.




1. Στο Οι φυ­λα­κές της μι­ζέ­ριας. Ο προ­σα­να­το­λι­σμός του συλ­λο­γι­σμού εί­ναι ο ί­διος.
2. Ό­λα τα στοι­χεί­α οπ.παρ. Πά­ντως αυ­τά τα στοι­χεία, πα­ρέ­χουν την πιο ξε­κά­θα­ρη α­πό­δει­ξη, α­νά­με­σα σε άλ­λες, για το γε­γο­νός ό­τι το δί­καιο (ό­πως και κά­θε θε­σμός άλ­λω­στε) της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας υ­πό­κει­ται στην θέ­σμι­ση του κοινω­νι­κού α­ντα­γω­νι­σμού.
3. Ε­νός συλλο­γι­κού υ­πο­κει­μέ­νου που σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν μπο­ρεί να το α­ντι­λη­φθεί κά­ποιος ού­τε σαν πε­ρι­θώ­ριο, ού­τε σαν λού­μπεν προ­λε­τα­ριά­το, αν βέ­βαια θέλει να συ­νε­χί­σει να πα­τά­ει τα πό­δια του κά­τω στο έ­δα­φος.
4. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο, για να α­να­φέ­ρου­με μια πε­ρί­πτω­ση, ό­τι ο Α. Κρι­βίν, η­γέ­της, της LCR (Ε­πα­να­στα­τι­κής Κομ­μου­νι­στι­κής Λί­γκας), της δεύ­τε­ρης ι­σχυ­ρό­τε­ρης τρο­τσκι­στι­κής ορ­γά­νω­σης στην Γαλ­λί­α, και προ­βε­βλη­μέ­νος ως η­γε­τι­κή μορ­φή του Μά­η (αν και τό­τε αμ­φι­βάλ­λου­με πο­λύ αν εί­χε κα­τα­λά­βει το πα­ρα­μι­κρό), δήλω­σε ό­τι πε­ρι­πο­λού­σε μα­ζί με άλ­λους στην γει­το­νιά του, για να μην του κά­ψουν το σπί­τι του. Α­να­φέ­ρε­ται α­πό τον Πα­ντα­ζό­που­λο στο Η Γαλ­λί­α φλέ­γε­ται;
5. Ο ρε­που­μπλι­κα­νι­σμός εί­ναι ο γε­νέ­θλιος μύ­θος του γαλ­λι­κού έ­θνους κρά­τους. Ο βα­σι­κός ά­ξο­νας του ρε­που­μπλι­κα­νι­σμού εί­ναι το κυ­ρί­αρ­χο σύν­θη­μα της γαλ­λι­κής ε­πα­νά­στα­σης του 1789: ε­λευ­θε­ρί­α, ι­σό­τη­τα, α­δελ­φό­τη­τα.
6. Το ό­νομα του εί­ναι Αν­δρέ­ας Πα­ντα­ζό­που­λος και το πό­νη­μα του τι­τλο­φο­ρεί­ται Η Γαλ­λί­α φλέ­γε­ται; εκ­δ. Πό­λις.

No comments: