Τεύχος Πέμπτο - Πρέπει να ξέρεις πως να αρχίσεις μία απεργία

Στο 3ο τεύχος του περιοδικού είχαμε δημοσιεύσει ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Generation Precaire (εκδ. Le cherchemidi, 2004) Abdel Mabrouki, Γάλλου αλγερινής καταγωγής και συνδικαλιστή της CGT στην Pizza Hut. Σε εκείνο το πρώτο κεφάλαιο ο «συγγραφέας» αναφέρθηκε στην καθημερινότητα της δουλειάς ενός εργασιακού χώρου σαν αυτόν της Pizza Hut, σε αυτό εδώ το κεφάλαιο αναφέρεται στους αγώνες που έλαβαν χώρα στον κλάδο της ταχείας εστίασης. Τα όποια προβληματικά σημεία στην πολιτική τοποθέτηση του Mabrouki, φυσικά και δεν θα λυθούν εδώ και από εμάς. Η πληροφόρηση την οποία μας προσφέρει σχετικά με τους αγώνες αυτούς, είναι αρκετά περισσότερο σημαντική. Ο τίτλος του κειμένου είναι και ο τίτλος του κεφαλαίου. Στο τέλος ακολουθεί και ένα μικρό χρονικό από το αφιέρωμα στους αγώνες της ταχείας εστίασης της μηνιαίας αναρχικής επιθεώρησης No Pasaran, τχ. 33, Οκτώβριος 2004.


Πρέπει να ξέρεις πώς ν’ αρχίσεις μια απεργία

Η διεύθυνση δεν καταλαβαίνει παρά μόνο από σχέσεις εξουσίας. Έμαθα πως όταν ένα αφεντικό είναι εκνευρισμένο, διαπράττει λάθη τα οποία μπορούν να στραφούν υπέρ μας. Για να κάνω τα πράγματα να πάνε μπροστά στην Pizza Hut, μόνο μου όπλο ήταν η κατά μέτωπο αντιμετώπιση των προβλημάτων. Σιγά-σιγά, μαχόμενος στις τάξεις της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT) σφυρηλάτησα μια κουλτούρα απεργίας που μου ήταν μέχρι τότε εντελώς ξένη. Το ίδιο και για τη διεύθυνση που πάντοτε είχε μπροστά της νέους σιωπηλούς και ελάχιστα διεκδικητικούς. Με τις πρώτες στάσεις εργασίας μας στο Λεβαλουά οι υπεύθυνοι έμειναν τόσο έκπληκτοι ώστε αποκτήσαμε δικαίωμα επίσκεψης της διεύθυνσης ανθρωπίνων πόρων αυτοπροσώπως. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει: διανομείς έτοιμοι να μπλοκάρουν τη μονάδα τους για να λάβουν πριμ επικινδυνότητας ή για την ύπαρξη πολιτικής γευμάτων αντάξιων της επωνυμίας (δηλαδή όχι για μισή μερίδα κρύας πίτσας σ’ ένα κομμάτι χαρτόνι…). Αυτοί είναι άνθρωποι γραφείου οι οποίο μπορεί να ξέρουν να κάνουν συσκέψεις, αλλά δεν ξέρουν πώς λειτουργεί στην πραγματικότητα η επιχείρησή τους. Σε κάθε συγκεκριμένη διεκδίκηση, κυρίως σχετικά με το πριμ επικινδυνότητας, η διεύθυνση μου αράδιαζε λίστες με αριθμούς όπου δεν καταλάβαινα γρι και μου έλεγε ότι το πριμ θα κόστιζε εκατομμύρια στην Pizza Hut και πως, επομένως, η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα.
Πρέπει όμως να είμαστε ειλικρινείς: οι περισσότερες κοινωνικές κινητοποιήσεις δεν καταλήγουν στην ικανοποίηση των άμεσων διεκδικήσεών μας. Συχνά σταματάμε την απεργία χωρίς να έχουμε κερδίσει τίποτα. Η συμπεριφορά μας όμως αρκεί για να επιβάλει το σεβασμό. Σταματώντας να δουλεύουμε, δείχνοντας απλά και μόνο στ’ αφεντικά ότι μπορούμε να το κάνουμε, κερδίζουμε σε αξιοπρέπεια. Οι εργαζόμενοι νιώθουν πάντοτε καλύτερα απέναντι στον μάνατζερ από τη στιγμή που αυτός θα καταλάβει ότι και αυτοί είναι άτομα έτοιμα να παρατήσουν αυτή την κακοπληρωμένη δουλειά. Και ακόμα ότι εργαζόμενος δε σημαίνει δούλος. Όσον αφορά τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις μας (παπούτσια ασφάλειας, κουπόνια εστιατορίου…), όταν η διεύθυνση κατάλαβε, εν τέλει, ότι δεν κάνουμε απεργία για πλάκα, τα αιτήματά μας ικανοποιούνταν μακροπρόθεσμα. Μετά από πολλά χρόνια κατακτήσαμε ακόμα και το δικαίωμα για δωρεάν πίτσες! Εν συντομία, δεν είναι εύκολο να ασκείς πίεση σε μια μικρή μονάδα διανομής. Ίσως γι’ αυτό το λόγο δε δημιουργούν μεγαλύτερες μονάδες. Αντιθέτως, μια απεργία είναι πολύ πιο αποδοτική σ’ ένα εστιατόριο και ακόμα περισσότερο σ’ ένα εστιατόριο του Παρισιού. Αν μπορούν, σε περίπτωση απεργίας, να εκτρέψουν την παραγγελία σ’ ένα άλλο κέντρο διανομής, δεν μπορούν να ζητήσουν από την άλλη από τους πελάτες να πάνε σ’ άλλο εστιατόριο.
Από το 2000 λοιπόν, κάναμε «επίθεση» στο Παρίσι. Το νευραλγικό κέντρο της ταχείας εστίασης, η αντλία με τα δολάρια, ο πιο μεγάλος τζίρος στη χώρα. Πολύ γρήγορα οι κινητοποιήσεις σκλήρυναν τόσο στη McDonald’s όσο και στην Pizza Hut. Οι δυο φίρμες γνώρισαν τις πρώτες τους μεγάλες απεργίες σχεδόν ταυτόχρονα, με λίγες εβδομάδες απόσταση. Φαίνεται πως έφτανε ν’ ανοιχτεί ο δρόμος, να δοθεί το παράδειγμα για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους κι άλλοι εργαζόμενοι της ταχείας εστίασης. Από μερικές ώρες στάσης εργασίας περάσαμε σε μερικές μέρες, έπειτα σε μερικές βδομάδες και τελικά σε μερικούς μήνες… Μέχρι και 115 μέρες απεργίας στο εστιατόριο McDonald’s της λεωφόρου Στρασβούργου-Σαιν-Ντενί (Οκτώβριος 2001-Φεβρουάριος 2002)! Κάτι το πρωτοφανές στην καρδιά του Παρισιού, πόσο μάλιστα για τους υπάκουους, συνήθως, εργαζομένους της ταχείας εστίασης.
Γιατί όμως απεργίες τόσο μακράς διάρκειας; Οι διευθύνσεις απαντούν πως φταίνε οι απεργοί. Γι’ αυτούς, αν τους πιστέψουμε, δεν είμαστε παρά αγκιτάτορες της αριστεράς, πεισματάρηδες, λυσσασμένοι, έτοιμοι να κοιμηθούμε μέσα σ’ ένα κατάστημα McDonald’s για να κερδίσουμε αυτό που θέλουμε (το έκανα, αλλά μπορώ να σας πω ότι είναι αληθινός εφιάλτης να ξυπνάς μέσα στη μυρωδιά των χάμπουργκερ, μπροστά στη γελαστή φιγούρα του κλόουν Ρόνεϊ των McDonald’s). Απέναντι σ’ αυτές τις συνηθισμένες κατηγορίες απαντάω πολύ απλά ότι οι νέοι εργαζόμενοι, οι οποίοι στερούνται της μοναδικής πηγής του εισοδήματός τους για να λάβουν μερικά ευρώ και λίγο σεβασμό από την πλευρά του μάνατζερ, δεν έχουν κανένα λόγω να παρατείνουν τη σύγκρουση. Έκτος κι αν η διεύθυνση ποντάρει στον εκφυλισμό της απεργίας, στις παράλληλες διαπραγματεύσεις και τις ατομικές πιέσεις. Στο πεδίο της σύγκρουσης, αυτού του είδους οι πρακτικές μάλλον μας κάνουν να κρατάμε γερά.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα: την απεργία στα McDonald’s του Στρασβούργου-Σαιν-Ντενί που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2001. Όλα ξεκίνησαν με την άφιξη ενός καινούργιου «αδειούχου». Στη γλώσσα McDonald’s, ο «αδειούχος» είναι το αφεντικό, αυτός που διαχειρίζεται το εστιατόριο στη θέση των McDonald’s Γαλλίας και εκείνος που της παρέχει τα δικαιώματα εκμετάλλευσης κάθε χρόνο. Σημαντική διευκρίνηση: αυτός ο καινούργιος αδειούχος προερχόταν κατευθείαν από το τμήμα ανθρωπίνων πόρων των McDonald’s Γαλλίας. Γρήγορα καταλάβαμε γιατί διορίστηκε σ’ αυτό το κατάστημα: η αποστολή του ήταν να καθαρίσει το κατάστημα από τα πιο ταραχοποιά στοιχεία. Ξεκίνησε απολύοντας τον Αρμάντ, εκπρόσωπο της Συνομοσπονδίας Γάλλων Χριστιανών Εργατών (CFTC), ενόσω τα συνδικάτα έκαναν διαπραγματεύσεις για να έρθουν σε συμφωνία, ώστε να οργανώσουν εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων του προσωπικού για το εστιατόριο. Μετά από μια εβδομάδα απεργίας το Σεπτέμβριο, ο αδειούχος επανήλθε στο καθήκοντά του τον Οκτώβριο αναγγέλλοντας την απόλυση… άλλων πέντε άλλων εργαζομένων! Όλη η ομάδα που πλαισίωνε και υποστήριζε τον Αρμάντ βρέθηκε στο δρόμο. Η απεργία ξεκίνησε λοιπόν αυθόρμητα. Οι εργαζόμενοι κάλεσαν, εν συνεχεία, το συλλογικό όργανο της CGT-ταχείας εστίασης για να τους βοηθήσει να παλέψουν ενάντια σε αυτές τις καταχρηστικές απολύσεις. Εκεί καταλάβαμε πως η κινητοποίηση θα διαρκούσε πολύ. Πολύ δε περισσότερο που ο μάνατζερ είχε καταθέσει μήνυση εναντίον τους για υπεξαίρεση χρημάτων από το ταμείο.
Συνοδευόμενος από τον Καρίμ, το alter ego μου στη Disney, έφτασα επί τόπου μερικές μέρες μετά την έναρξη της απεργίας. Ουσιαστικά, δεν το κούνησα για τέσσερις μήνες από αλληλεγγύη στους φίλους των McDonald’s. Η διαδικασία απόλυσής μου, μ’ άφηνε το χρόνο να βοηθώ τους εργαζόμενους να οργανωθούν. Κάθε μέρα πήγαινα να δω πώς εξελισσόταν η κινητοποίηση. Αισθανόμουν ότι μ’ αφορούσε ιδιαίτερα: έχουμε την ίδια συλλογική σύμβαση από τότε που η McDonald’s προΐσταται του Εθνικού Συνδικάτου Ταχείας Εστίασης (SNARR). Όταν ο αμερικανικός όμιλος έφτασε στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ουσιαστικά επέβαλλε τους κανόνες του στο σύνολο του κλάδου: «συμπληρωματικές» ώρες, νυχτερινό ωράριο από της 2 το πρωί (και όχι πια από τις 10 το βράδυ) ή ακόμα και καθιέρωση της Κυριακής ως εργάσιμης μέρας. Όλα λοιπόν συνδέονται: όταν μάχομαι για καλύτερες συνθήκες εργασίας στα McDonald’s μάχομαι επίσης και για το σύνολο των εργαζομένων της ταχείας εστίασης καθώς και για εκείνους της Pizza Hut.
Αυτή η απεργία –η πιο μακρά, η δημοφιλής, η πιο μιντιακή– είναι η πρώτη του κινήματος στην οποία έπαιξα έναν σημαντικό ρόλο. Η καθημερινή μου παρουσία μου επέτρεψε να κερδίσω την εμπιστοσύνη των εργαζομένων, οι οποίοι, ασφαλώς δε με γνώριζαν. Οργάνωσα εράνους, ενώπιον περαστικών, για να πληρώσουμε τις ημέρες της απεργίας και για να βρούμε τίποτα για να ζεσταθούμε γιατί η διεύθυνση είχε κόψει τη θέρμανση. Ήμασταν μες το καταχείμωνο και δεν έπρεπε οι απεργοί να χάσουν το κουράγιο τους –κάτι βέβαια που δεν ήταν αυτονόητο γιατί η διεύθυνση προσπαθούσε να μας αποφύγει συναντώντας κρυφά τους πέντε απολυμένους.
Εν όψει των 29 μου χρόνων έδειχνα ήδη παλιός. Έδινα συμβουλές στους πιο νέους απεργούς για να συνεχίσουν την αντίσταση: με ποιο τρόπο να μιλούν στα ΜΜΕ, να καλούν τις κεντρικές επιτροπές των συνδικάτων, να οργανώσουν έναν έρανο, να βρουν ένα μαγκάλι για το χειμώνα… Τη λίγη εμπειρία που είχα τους τη διέθετα. Μοιραστήκαμε έντονες σκηνές όπως την άφιξη του Ζωζέ Μπωβέ και την απογοήτευση όταν η διεύθυνση αρνήθηκε να επαναπροσλάβει απολυμένους εργαζομένους. Από ηθικής πλευράς, μετά απ’ όλα αυτά, είναι αδύνατο ν’ αφήσεις πίσω σου τη σύγκρουση, να γυρίσεις σπίτι σου και να σκέφτεσαι άλλα πράγματα.
Αλλάξαμε τη διακόσμηση του εστιατορίου στα δικά μας χρώματα, μ’ αφίσες οι οποίες κατήγγειλαν την ανασφάλεια στην ταχεία εστίαση. Τυπώσαμε Τ-shirts με την επιγραφή «χαμπουργκοαπεργίες». Κάθε Τετάρτη κάναμε συγκεντρώσεις για να κάνουμε απολογισμό της κινητοποίησης. Προσπαθήσαμε ν’ απευθυνθούμε στις συνδικαλιστικές δομές, αλλά καθώς είναι τόσο δυσκίνητες για να εμπλακούν σε μια τέτοια απεργία νέων ανασφάλιστων εργαζομένων, δημιουργήσαμε μια επιτροπή υποστήριξης για να δώσουμε τη μέγιστη δυνατή απήχηση στις διεκδικήσεις μας. Συσπειρώσαμε: την Attac Σορβώννης, την Αααrgh, την AC! [Δράση ενάντια στην Ανεργία], την AL, τη CGT, τις τοπικές επιτροπές του κινήματος MRAP [Κίνημα Ενάντια στο Ρατσισμό και Υπέρ της Συμφιλίωσης των Λαών], την κομπανία Jolie Mome [Ομάδα θεάτρου αποτελούμενη από νέους ηθοποιούς που διοργανώνει χάπενινγκς και σατιρικά σκετς σε απεργιακές εκδηλώσεις ή πορείες, χαρακτηριστικό της οι κόκκινες σημαίες], τη Συνομοσπονδία Χωρικών, τον Εθνικό Συντονισμό των Sans Papiers [Χωρίς Χαρτιά], τους G-10 solidaires [Συνδικαλιστική οργάνωση], την JC [Κομμουνιστική Νεολαία], την JCR [Κομμουνιστική Επαναστατική Νεολαία], τη LCR [Κομμουνιστική Επαναστατική Πάλη], τη LO [Εργατική Πάλη], το ΚΚΓ, το δίκτυο Stop-Précarité, το SCALP-Reflex [παριζιάνικο δίκτυο της μηνιαίας αναρχικής επιθεώρησης No Pasaran], το UNEF [Εθνική Ένωση Φοιτητών Γαλλίας], τη συλλογικότητα Vamos [Δίκτυο της UNEF που περιλαμβάνει φοιτητές από τις χώρες του Μαγκρέπ], τους Πράσινους Παριζιάνους, κ.ά. Οι περισσότερες από τις αριστερές οργανώσεις μας έδωσαν ένα χέρι βοήθειας. Το αληθινό όμως πρόβλημα, ήταν ν’ αποκτήσουμε την υποστήριξη της κοινής γνώμης, μιας κι αυτό θα ήταν και το μοναδικό μας όπλο για να κάμψουμε τη διεύθυνση. Για να καταστήσουμε λοιπόν, το κίνημά μας πιο δημοφιλές θελήσαμε να διαφοροποιήσουμε τις μορφές αγώνα μας. Μετά από δυο μήνες απεργίας υποδεχθήκαμε την κομπανία Jolie Mome που ήταν εγκατεστημένη στην Καρτουσερί στο δάσος του Βενσέν. Αυτή η ομάδα μουσικών-τραγουδιστών είχε την ιδέα ν’ ανεβάσει μια παράσταση αφιερωμένη στην προσπάθειά μας. Καλέσαμε όλους τους εργαζομένους των McDonald’s που απεργούσαν να βοηθήσουν στο στήσιμο μιας μουσικής κωμωδίας εμπνευσμένης από τις ίδιες τις συνθήκες εργασίας τους με τίτλο: το McCabaret. Η κομπανία είχε αναρτήσει τις κόκκινες σημαίες και τα ρεφραίν μ’ επαναστατικό ύφος που περιέγραφαν τις κουζίνες ενός fast-food. Μ’ ένα τραγούδι ειδικά αφιερωμένο στην περίπτωσή μας που ονομάζονταν McDo, McStrike. Τα λόγια θα μπορούσαν ν’ αφορούν όλους τους εργαζομένους της ταχείας εστίασης: «20 χρονών, τι ευτυχία είναι αυτή/ Με 40 φράγκα την ώρα πληρωμή/ Έκανες τα μαθήματά σου κάτω από τις σημαίες/ Τώρα τα κάνεις στου McDo/ Και ανάμεσα σε δυο φέτες BigMac/ Τρέχεις, τρέχεις χάνεις τα μαθήματά σου/ Το πτυχίο δεν είναι για τώρα/ Τον επόμενο χρόνο θα τα καταφέρεις». Μετά από κάθε τραγούδι οι εργαζόμενοι έπαιρναν το λόγο για να εξηγήσουν στους θεατές την καθημερινή τους ζωή. Είχαμε πολύ καλά αποτελέσματα. Απ’ αυτή την παράσταση μπορέσαμε να συγκεντρώσουμε 10.000 φράγκα για το ταμείο αλληλεγγύης. Η απεργία που έγινε τραγούδι είχε μέλλον…
Χάρη στην επιτροπή υποστήριξης, στο McCabaret, στα ΜΜΕ και την επιμονή των απεργών, το υπό απεργία εστιατόριο έγινε σημείο συνάντησης όλων των στρατευμένων της αριστεράς. Πρέπει να πούμε ότι η κινητοποίηση διεξαγόταν εν μέσω της προεδρικής εκλογικής εκστρατείας. Προκειμένου να πάνε τα πράγματα μπροστά σκέφτηκα σοβαρά να παρουσιαστώ κι εγώ σ’ αυτήν την εκστρατεία. Μας λένε όλη την ώρα πως δεν υπάρχουν αρκετοί νέοι στην πολιτική ούτε και αρκετοί άνθρωποι που η καταγωγή τους να είναι από μετανάστες. Για να γίνει λοιπόν η αρχή αποφάσισα να θέσω υποψηφιότητα, για να πουν ότι οι νέοι Άραβες είναι εδώ, ότι θα ζήσουμε στη Γαλλία με τους ίδιους όρους όπως και οι άλλοι και ότι θα έπρεπε τη αργά ή γρήγορα να μας λάβουν υπόψη τους. Γρήγορα όμως κατάλαβα ότι μια παρέμβαση στα ΜΜΕ δεν άξιζε όσο οι σχέσεις εξουσίας της καθημερινότητας. Έμεινα λοιπόν, συγκεντρωμένος στην απεργία των McDonald’s της λεωφόρου Στρασβούργου-Σαιν-Ντενί. Αρνήθηκα ακόμα και την πρόσκληση της Αααrgh, μιας μικρής ένωσης νέων του κινήματος κατά τις παγκοσμιοποίησης, για να πάω στο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε. Δεν ήθελα ν’ αφήσω στα κρύα του λουτρού τους εργαζόμενους στα μέσα της σύγκρουσης. Ήξερα πως οι καρχαρίες που ήταν απέναντί μας ήταν έτοιμοι να επωφεληθούν και από την πιο μικρή απώλεια. Ο συνδικαλισμός είναι μια δουλειά μακράς πνοής.
Τελικά αυτή η απεργία σημάδεψε την ιστορία της ταχείας εστίασης. Καταφέραμε, ενώπιον των μελών του εργατοδικείου, την επαναπρόσληψη των πέντε άδικα απολυμένων εργαζομένων. Αργότερα όταν άλλοι νέοι συνδικαλιστές θα πάρουν τη σκυτάλη, δε θα προσγειωθούν σ’ άγνωστο έδαφος: θα δουν πως είναι δυνατόν να παλέψεις ενάντια σε καταχρηστικές απολύσεις ακόμα και μέσα σε μια αμερικανική πολυεθνική.
Αν πετύχαμε όμως σ’ αυτήν την πρώτη μεγάλη απεργία είναι γιατί δεν ήταν η πρώτη. Το εναρκτήριο λάκτισμα είχε δοθεί ένα χρόνο νωρίτερα, στα τέλη του 2000, από τους εργαζόμενους των McDonald’s της λεωφόρου Σαιν-Ζερμαίν. Εκείνο που βρίσκεται κοντά στη Σορβόννη με τα ψεύτικα πλαστικά βιβλία για διακόσμηση. Οι εργαζόμενοι είχαν βρει ένα σλόγκαν το οποίο συνόψιζε καλά τις διεκδικήσεις τους: «Δεν είμαστε μπιφτέκια!». Επειδή η Σορβόννη ήταν πολύ κοντά, η σύνδεση με τους φοιτητές της UNEF γίνονταν αβίαστα. Οι φοιτητές συνέβαλλαν ώστε να γίνουν γνωστοί οι αγώνες μας. Την ίδια στιγμή έμαθα ότι το εστιατόριο της Pizza Hut της Όπερας θα ξεκινούσε απεργία. Ήταν το εστιατόριο με τον πιο μεγάλο τζίρο στη Γαλλία –αλλά και παγκόσμια σύμφωνα με τη διεύθυνση. Ένα εργοστάσιο για μάσα πίτσας τριών ορόφων. 15.000 ευρώ τζίρο την ημέρα, 23.000 το Σαββατοκύριακο. Πήγα από την πρώτη μέρα και έμεινα για πάνω από έναν μήνα. Ήταν η εποχή της πρώτης μου συντηρητικής απόλυσης, γεγονός που μου άφησε το χρόνο για να εμπλακώ στο πλευρό του εκπροσώπου της CGT του εστιατορίου. Δεν ήμουν εγώ ο οποίος διεξήγαγε τις συνομιλίες. Μου είχε κυρίως ανατεθεί η οργάνωση της απεργίας στο χώρο: να προβλέψω τι θα τρώμε και που θα κοιμόμαστε, να κλείνω τα ραντεβού… και ν’ ασχολούμαι με τις σχέσεις με τα ΜΜΕ.
Ήταν μια από τις πρώτες συγκρούσεις που καλύφθηκαν από τα μέσα εθνικής εμβέλειας. Η κινητοποίησή μας άρχιζε να επεκτείνεται πέρα από τις σελίδες της [εφημερίδας] Parisien του Ω-ντε-Σαιν. Τα στρατευμένα μέλη που έχασαν ένα μήνα νωρίτερα την πρώτη μεγάλη σύγκρουση στα McDonald’s της Σαιν-Ζερμαίν κατέφθασαν μαζικά στην Pizza Hut της Όπερας. Τόσο καλά που μετά από μερικές βδομάδες μπορέσαμε να οργανώσουμε την πρώτη μεγάλη πορεία αποκλειστικά αφιερωμένη στην ταχεία εστίαση. Ήταν στις 24 Φεβρουάριου του 2001. Μια ιστορική μέρα για μένα. Η πομπή 3 ή 4.000 ανθρώπων ξεκίνησε από τα διάσημα McDonald’s της λεωφόρου Σαιν-Ζερμαίν. Δεν είχα δει ποτέ να κινητοποιείται τόσος κόσμος για την υπόθεσή μας. Με κατεύθυνση προς τους Άλες [Halles, το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο του Παρισιού], άλλο εμβληματικό μέρος όπου συγκεντρώνονται όλες οι φίρμες της ταχείας εστίασης: McDonald’s, Pizza Hut, Quick, Pizza dell’ arte… Η συλλογικότητα CGT τέθηκε επικεφαλής. Για μια στιγμή κοίταξα πίσω μου για να δω τον κόσμο που είχε η πορεία. Έκανε καλό καιρό. Ήμασταν στο κέντρο του Παρισιού. Ήμουν περήφανος που βρισκόμουν επικεφαλής αυτής της πορείας.
Το πιο σημαντικό ήταν χωρίς αμφιβολία πως είχαμε πετύχει την ένωση με τους φοιτητές της UNEF που είχε παρατήσει την εθνική της συγκέντρωση στη Σορβόννη και ήρθε να συμμετάσχει στην πορεία μαζί μας. Εδώ και καιρό τώρα στριφογύριζε στο μυαλό μου μια ιδέα: η πλειοψηφία των εργαζομένων στην ταχεία εστίαση είναι φοιτητές, γιατί λοιπόν να μην στήσουμε μια κοινή συνδικαλιστική οργάνωση; Με ενιαία, βέβαια, κάρτα ώστε οι εργαζόμενοι φοιτητές να μην πληρώνουν δυο φορές τη συνδικαλιστική εισφορά. Πάντοτε επεξεργάζομαι αυτήν την ιδέα που μου επιτρέπει να θεωρήσω τους νέους σαν άτομα. Έχουν ανάγκη να κάνουν τόσο τις σπουδές τους όσο και να κερδίζουν τα προς το ζην.
Οι συνθήκες της εργασίας μας δεν βελτιώθηκαν με τις πρώτες απεργίες του 2000 και οι περισσότερες απεργίες είχαν ως αφορμή μια αδικαιολόγητη απόλυση: οι βίαιες συγκρούσεις πολλαπλασιάστηκαν. Τρία χρόνια αργότερα οι εργαζόμενοι του εστιατορίου της Pizza Hut στη Μπον-Νουβέλ, στο Παρίσι πάντα, αντιστάθηκαν για 29 ημέρες. Ένας μήνας χαμένου μισθού. Όχι όμως για το τίποτα: δεν κερδίσαμε τίποτα αναφορικά με τους μισθούς, αλλά καταφέραμε να σταματήσει μια διαδικασία απόλυσης και ν’ ακυρωθούν εννέα πειθαρχικές κυρώσεις∙ σχεδόν το ένα τέταρτο του δυναμικού που ήθελε να τιμωρήσει ο μάνατζερ! Η σύγκρουση διήρκεσε για ένα πολύ απλό λόγο: για τρεις ημέρες η διεύθυνση αρνήθηκε να με δει. Όμως οι απεργοί μ’ είχαν αναδείξει ως το διαπραγματευτή τους. Η διεύθυνση προσπάθησε να δράσει απευθείας με την ομοσπονδία της εμπορικής CGT, αλλά οι εργαζόμενοι επέμειναν έως ότου καθίσω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μικρή καινοτομία: η διεύθυνση είχε επιλέξει έναν αντιπρόσωπο του Medef [Κίνημα Γαλλικών Επιχειρήσεων, ανάλογο του ΣΕΒ] για να διεξάγει τις διαπραγματεύσεις. Και δεν τα πήγαμε κι άσχημα. Πέρα από την ακύρωση των κυρώσεων κερδίσαμε ένα πριμ 30 ευρώ για παπούτσια (που πρώτα το διέθεταν μόνο για τους εργαζομένους του εστιατορίου, ενώ εδώ και δέκα χρόνια το ζητάω για τα καταστήματα διανομής). Καταφέραμε ακόμα την εγκατάσταση ενός ντους και ενός χώρου για διάλειμμα όπως το είχε άλλωστε απαιτήσει η επιθεώρηση εργασίας. Σε λίγο θα γίνουν εκλογές για την ανάδειξη εκπροσώπων του προσωπικού. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι η διεύθυνση υποχώρησε γιατί το εστιατόριο της Μπον-Νουβέλ βρίσκεται δίπλα από το McDonald’s της Στρασβούργου-Σαιν-Ντενί. Οι εργαζόμενοι των McDonald’s ήρθαν και μας βοήθησαν να καταλάβουμε το χώρο της Pizza Hut. Η διεύθυνση θα πρέπει να φοβήθηκε μια από κοινού απεργία. Και μάλιστα θα πρέπει να φοβήθηκε πολύ… Ο προεδρεύων σύμβουλος της Pizza Hut μας έκανε την τιμή να παρουσιαστεί. Θέλησα να επωφεληθώ για να του μιλήσω απ’ ευθείας. Χαμένος κόπος. Σε κάθε παρατήρηση, μου απαντούσε μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο…

Συνδικάτα και συλλογικότητες αντιμέτωποι με την ανασφάλεια

Από το 2000 έως το 2003 άρχισαν να ξεπηδούν και να αναπτύσσονται αρκετοί αγώνες των εργαζομένων, στην πλειοψηφία τους νέοι και ανασφάλιστοι, στην ταχεία εστίαση και το εμπόριο καθώς και στον τομέα της καθαριότητας. Για να παραθέσουμε μόνο μερικούς:
Απεργία 15 ημερών το Σεπτέμβριο του 2000 στο κατάστημα McDonald’s της λεωφόρου Σαιν-Ζερμέν με αιτήματα αυξήσεις μισθών και πριμ για το τέλος της χρονιάς.
Απεργία 32 ημερών το Φεβρουάριο του 2001 στο κατάστημα Pizza Hut της Όπερας με τις ίδιες διεκδικήσεις που κατέληξε στην παραχώρηση πριμ.
Ιστορική απεργία 112 ημερών από τον Οκτώβριο του 2001 έως το Φεβρουάριο του 2002 στο κατάστημα McDonald’s του Στρασβούργου-Σαιντ-Ντενί για την επαναπρόσληψη πέντε απολυμένων εργαζομένων. Η απεργία ήταν επιτυχής.
Απεργία ενός μήνα με κατάληψη, το Φεβρουάριο του 2002, του πολυκαταστήματος FNAC στα Ιλίσια Πεδία για αύξηση μισθών, η οποία εξαπλώθηκε και σε άλλα FNAC του Παρισιού και της επαρχίας, και έληξε με επιτυχία διότι οδήγησε σε μια επαναπροσαρμογή των μισθών του πολυκαταστήματος FNAC των Ιλισίων Πεδίων σε σχέση με τα άλλα πολυκαταστήματα FNAC.
Σποραδικές απεργίες την άνοιξη του 2002 σε διάφορα καταστήματα McDonald’s του Παρισιού σε αλληλεγγύη για τους εργαζομένους του καταστήματος του Στρασβούργου-Σαιντ-Ντενί με αιτήματα αυξήσεις μισθών και δικαίωμα στο 13ο μισθό.
Απεργίες στο κατάστημα αθλητικών Go Sport για αυξήσεις μισθών, στα πολυκαταστήματα Virgin ενάντια της εργασίας την Κυριακή και για το 13ο μισθό.
Απεργία ενός χρόνου, από το Μάρτιο του 2002 έως το Φεβρουάριο του 2003, 32 γυναικών που εργάζονται ως καμαριέρες στον ξενοδοχειακό όμιλο της Accor. Οι απεργοί απασχολούνταν από τον υπεργολάβο της με την επωνυμία Arcade και κατέληξε στη μείωση των ρυθμών εργασίας και σε μια καλύτερη προσαρμογή των εργάσιμων ωρών, αλλά ακολούθησε απόλυση του επικεφαλής της απεργίας τον Ιούνιο του 2004, εκπροσώπου του συνδικάτου SUD.
Νέα απεργία με κατάληψη στο κατάστημα McDonald’s του Στρασβούργου-Σαιντ-Ντενί για την επαναπρόσληψη ενός απολυμένου εκπροσώπου και ενάντια στους καταχρηστικούς χειρισμούς του διευθυντή που κατέληξε στην επαναπρόσληψη και την πληρωμή μέρους των ημερών της απεργίας.
Απεργία πολλών μηνών των μαγείρων από τη Σρι-λάνκα των pub με την επωνυμία Frog για καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας τους, δυστυχώς μη επιτυχής…
[…]
Αυτές οι μορφές αγώνα των νέων ανασφάλιστων εργαζομένων διαφοροποιούνται σαφώς από τους κλασσικούς συνδικαλιστικούς αγώνες: Ξεκινούν από τα κάτω και όχι από αιτήματα κεντρικών συνδικαλιστικών επιτροπών. Δημιουργούνται από ένα συνονθύλευμα ατομικοτήτων, με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη και την αλληλοαναγνώριση, αποφεύγοντας τη συνδικαλιστική πειθαρχία και ιεραρχία και ευνοώντας την προσωπική εμπλοκή και την αυτονομία. Ακόμα και οι προκηρύξεις επικεφαλής συνδικάτου υπογράφονται από ονόματα και δίνονται αριθμοί των κινητών. Οι κεντρικές συνδικαλιστικές επιτροπές δυσκολεύονται να κρατήσουν τον έλεγχο των κινητοποιήσεων των αγώνων. Οι κινητοποιήσεις φαίνεται να τις ξεπερνούν και να τις αμφισβητούν.
Οι αγώνες βγαίνουν από την επιχείρηση για να ξεχυθούν στους δρόμους και το δημόσιο χώρο, με την ανάρτηση πανό κρεμασμένων με ταινία μεταξύ των δέντρων, με τη διανομή προκηρύξεων σε περαστικούς και σε καταναλωτές, έκκληση για μποϋκοτάζ προϊόντων, γεγονός που επιτρέπει να συνδεθεί η απεργία με πιο γενικά θέματα, όπως αυτό της «κωλο-μάσας» καθώς και με άλλα κινήματα όπως η Συνομοσπονδία Χωρικών ή τα κινήματα για μια άλλη παγκοσμιοποίηση, ή τα κινήματα των «χωρίς χαρτιά» στην περίπτωση του αγώνα των εργαζομένων της Arcade, πρωτοπόρα στην υπερεκμετάλλευση μεταναστών.
Οι αγώνες βγαίνουν επίσης από τον συνδικαλιστικό κλοιό κάνοντας έκκληση για υποστήριξη από διάφορες εξωτερικές πλευρές, άλλα συνδικάτα, οργανώσεις αγώνα ενάντια στην ανεργία και την ανασφάλεια, φοιτητικά κινήματα σε όλες τους τις εκδοχές…
Οι αγώνες αυτοί χτυπούν την αχίλλειο πτέρνα αυτών των πολυεθνικών, την εικόνα της φίρμας τους στο κοινό, αναπτύσσοντας καμπάνιες μποϋκοτάζ της φίρμας με τη μορφή καρτ ποστάλ, διοχετεύοντας την αμφισβήτηση σε διάφορες εγκαταστάσεις του ίδιου γκρουπ εστιατορίων McDonald’s, ξενοδοχείων του ομίλου της Accor, παρενοχλώντας τη συνέλευση των χρηματιστών του ίδιου ομίλου, εκ των οποίων η Arcade είναι ένας από τους υπεργολάβους.
Οι νέοι αυτοί εκπρόσωποι διατηρούν συχνά μια κάποια απόσταση από το συνδικάτο τους, την οποία εργαλειοποιούν και την οποία αντιλαμβάνονται ως διφορούμενη. Την αντικαθιστούν, δε, αναπτύσσοντας μεταξύ τους μια ισχυρή αλληλεγγύη και δίνοντας «ένα χέρι βοήθειας» για να προστατευτούν από τα συνδικαλιστικά χάδια.
Η συλλογική εμπειρία της επιτροπής υποστήριξης ενός αγώνα είναι εύκολα «μεταβιβάσιμη» σε άλλο αγώνα μέσω ανασύνθεσης των συμμετεχόντων. Έτσι, η συλλογικότητα υποστήριξης του αγώνα στα McDonald’s του Στρασβούργου-Σαιντ-Ντενί μετατρέπεται –με κάποιες απουσίες, αλλά και με νέες συνδρομές– σε επιτροπή υποστήριξης του αγώνα των αφρικανών γυναικών που δουλεύουν ως οικιακές βοηθοί στην Arcade. Κατόπιν, η συλλογικότητα ξαναδημιουργείται για να υποστηρίξει τη δεύτερη απεργία στα McDonald’s του Στρασβούργου-Σαιντ-Ντενί, ενώ μετά επεκτείνεται για να υποστηρίξει τους μάγειρες του Frog. Σποραδικές ενώσεις δημιουργούνται μεταξύ των αγώνων, όταν οι γυναίκες της Arcade υποστηρίζουν τις καταλήψεις στα McDonald’s και όταν οι εργαζόμενοι σε απεργία στα McDonald’s συμμετέχουν στις καταλήψεις ξενοδοχείων του ομίλου Accor, έστω κι αν αυτό αποτελεί εξαίρεση.
Παρά την αυθεντικότητα και την ανανέωση των μορφών του αγώνα των ανασφάλιστων εργαζομένων σε διάφορους τομείς στις αρχές του 2000, πρέπει να σημειώσουμε πως αυτές οι απεργίες μένουν, παρόλα αυτά, αποσπασματικές και κατακερματισμένες και πως δεν υπόκεινται σε συλλογικότερες προσπάθειες διαμόρφωσης κοινών διεκδικήσεων πάλης ενάντια στην ανασφάλεια ή για τη δημιουργία νέων συλλογικών εγγυήσεων. Πρόκειται για κινητοποιήσεις που εστιάζουν αποκλειστικά και μόνον στην αύξηση των μισθών, την απόκτηση πριμ ή ενός δέκατου τρίτου μισθού, ή αποτελούν απλή αντίδραση στη συνδικαλιστική καταπίεση.

Απόσπασμα από το αφιέρωμα στους αγώνες της ταχείας εστίασης της μηνιαίας αναρχικής επιθεώρησης No Pasaran, τχ. 33, Οκτώβριος 2004.

Τεύχος Πέμπτο - Ο Κήπος

Δύ­ο νε­α­ροί γάλ­λοι α­φρι­κα­νι­κής κα­τα­γω­γής νε­κροί α­πό η­λε­κτρο­πλη­ξί­α, προ­σπα­θώ­ντας να απο­φύ­γουν το κυ­νή­γι των μπά­τσων. Εί­κο­σι νύ­χτες στις φλό­γες κά­ποια προ­ά­στια του Πα­ρι­σιού και άλ­λων γαλ­λι­κών πό­λε­ων: μια μι­κρή εκ­δί­κη­ση α­πό ό­σους θα μπο­ρού­σαν δυ­νη­τικά, να βρίσκο­νταν στην θέ­ση των νε­κρών. Μερι­κές χι­λιά­δες αυ­το­κί­νη­τα, κά­ποια σχο­λεί­α, λε­ω­φο­ρεί­α, δη­μό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες, πα­ρα­νά­λω­μα του πυ­ρός. Έ­νας α­κρο­δε­ξιός υπουρ­γός δη­μό­σιας τά­ξης -με φι­λο­δο­ξί­ες για το α­ξί­ω­μα της προ­ε­δρί­ας της γαλ­λι­κής δη­μο­κρα­τί­ας- που α­πο­φάν­θη­κε ε­ξαρ­χής: απο­βρά­σμα­τα. Η πί­ε­ση της «κοι­νής γνώ­μης», δη­λα­δή των μη­χα­νι­σμών του κα­θε­στώ­τος, «να σταμα­τή­σει το κα­κό στα προ­ά­στια», για να μην ε­πε­κτα­θεί και αλ­λού. Έ­νας γκω­λι­κός νό­μος «πε­ρί α­πα­γό­ρευ­σης της κυ­κλο­φο­ρί­ας», που α­να­σύρ­θη­κε α­πό την ε­πο­χή του πο­λέ­μου της Αλγε­ρί­ας και των μα­ζι­κών δια­μαρ­τυ­ριών ε­νά­ντια σ’ αυ­τόν. Η πα­ρέμ­βα­ση της γαλ­λι­κής α­ρι­στε­ράς, α­κρο­α­ρι­στε­ράς (και κά­ποιων α­ναρ­χι­κών): ναι στην ο­μα­λό­τη­τα στα προ­ά­στια, αλ­λά ό­χι και έ­τσι… Η κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή, ω­μή ό­πως της πρέ­πει. Πά­νω α­πό 3000 συλ­λή­ψεις, πολ­λές φυ­λα­κί­σεις, κά­ποιες α­πε­λά­σεις στους «χω­ρίς χαρ­τιά». Με­τά: ε­πί­δει­ξη της «κοι­νω­νι­κής» πλευράς του γαλλι­κού κρά­τους με υ­πο­σχέ­σεις προ­γραμ­μάτων πρό­νοιας για τα προ­ά­στια. Η ε­πι­στρο­φή στην ο­μα­λό­τητα τό­σο «αιφ­νι­δια­στι­κά», ό­σο «αιφ­νι­δια­στι­κά» ξε­κί­νη­σαν ό­λα.
Σε ποιους προ­κά­λε­σε έκ­πλη­ξη η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια; Φαι­νο­με­νι­κά σε κα­νέ­να. Αν δια­βά­σου­με τις «εμ­βρι­θείς» α­να­λύ­σεις δη­μο­σιο­γρά­φων, πο­λι­τι­κών και δια­νο­ού­με­νων, στην Ελ­λά­δα λι­γό­τε­ρες, στη Γαλ­λί­α πε­ρισ­σό­τε­ρες, θα δια­πι­στώ­σου­με ό­τι αυ­τό που έ­γι­νε ή­ταν κά­τι α­να­με­νό­με­νο. Πε­ρί­ερ­γα πράγ­ματα. Λες και ό­λοι αυ­τοί, υ­πε­ρα­σπι­στές της μιας ή της άλ­λης εκ­δο­χής αυ­τού του κό­σμου (νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης, α­νοι­χτά φα­σι­στι­κής, σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής, κ.α.), δεν α­νη­σύ­χη­σαν κα­θό­λου α­πό τα μη­νύ­μα­τα της ε­ξέ­γερ­σης. Αυ­τό πά­ει να πει: εί­τε δεν τα έ­λα­βαν σω­στά, εί­τε αυ­τά τα μη­νύ­μα­τα δεν ή­ταν φο­ρείς α­νη­συ­χί­ας για την θέ­ση τους. Θα δού­με.
Α­να­λύ­ο­ντας την δια­δικα­σί­α με­τά­βα­σης α­πό την μορ­φή κρά­τος πρό­νοιας στην μορ­φή νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος σε προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του ε­ντύ­που, γρά­φα­με: «Εί­ναι φα­νε­ρό ό­τι η νέ­α κοι­νω­νι­κή συν­θή­κη που αρ­χί­ζει να δια­μορ­φώ­νε­ται στις χώ­ρες που υ­λο­ποιεί­ται το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο σχέ­διο, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό μια πό­λω­ση των κοι­νω­νι­κών α­ντι­θέ­σε­ων: συ­γκέ­ντρω­ση του πλού­του σε α­κό­μα λιγό­τε­ρα χέ­ρια, έ­ντα­ση των κοι­νω­νι­κών α­νι­σο­τήτων στις μητρο­πό­λεις της δύ­σης, μα­ζι­κή α­νερ­γί­α σε πο­σο­στά που σε άλλες πε­ριό­δους θα ή­ταν α­πα­γο­ρευ­τι­κά για την λει­τουρ­γί­α του συ­στή­μα­τος, πε­ρι­θω­ριο­ποί­ηση ο­λό­κλη­ρων κοι­νω­νι­κών στρω­μά­των…» (Το Κι­βώ­τιο τχ 3, Χί­λιες και μί­α μέ­ρες και νύ­χτες κοι­νω­νι­κών και τα­ξι­κών α­ντα­γω­νισμών Ι­Ι).
Πα­ρα­θέ­του­με μια εκ­δο­χή αυ­τής της κα­τά­στα­σης στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια: στο προ­ά­στιο Clichy-Sous-Bois, στο ο­ποί­ο ξε­κί­νη­σε η ε­ξέ­γερ­ση, η α­νερ­γί­α πλήτ­τει το 23% του πλη­θυ­σμού και το 50% των νέ­ων. Το προ­ά­στιο του Νε­ϊ­γί δια­θέ­τει μό­νο το 2,5% των δια­θέ­σι­μων κτι­ρί­ων του δή­μου του για κοι­νω­νικά προ­γράμ­μα­τα δη­μό­σιας στέ­γα­σης, ό­ταν ο νό­μος προ­βλέ­πει του­λά­χι­στον το 20%. Στις ευαί­σθη­τες ζώ­νες (στις ο­ποί­ες εί­ναι ε­νταγ­μέ­νες τα πιο οι­κο­νο­μι­κά α­δύ­να­τα προ­ά­στια) κά­τω α­πό το ό­ρια της φτώχειας βρί­σκε­ται έ­να πο­σο­στό κυ­μαινό­με­νο α­πό 10%-26,5% των κα­τοί­κων τους.
Γρά­φα­με πα­ρα­κά­τω στο ί­διο κεί­με­νο: «Στις κα­τα­στά­σεις αυτές… έ­γι­νε γρή­γο­ρα α­ντι­λη­πτή η ση­μα­σί­α του τρί­του το­μέ­α της κοι­νω­νί­ας, ως α­πα­ραί­τητο συ­στα­τι­κό της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης μορ­φής κράτος». Και σε μια υπο­ση­μεί­ω­ση: «Υ­πάρχει α­κόμα μια δια­δι­κα­σί­α που μπαί­νει σε ε­φαρ­μογή πα­ράλ­λη­λα με αυ­τή της α­νά­πτυ­ξης του τρί­του το­μέ­α... αυ­τή εί­ναι η ποι­νι­κο­ποίη­ση των α­σθε­νέ­στε­ρων οικο­νο­μι­κά και κοι­νω­νι­κά στρω­μά­των».
Στην συ­νέ­χεια προ­σπαθή­σα­με να α­να­λύ­σου­με με ποιο τρό­πο ο ε­θε­λο­ντι­σμός ε­πιστρα­τεύ­ε­ται για να υ­πο­κα­τα­στή­σει –α­νά­με­σα σε ό­λα τα άλ­λα- λει­τουρ­γί­ες του κρα­τι­κο­προ­νοια­κού μοντέ­λου, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας την δω­ρε­άν ερ­γα­σί­α των με­σαί­ων στρω­μά­των και μειώ­νο­ντας έ­τσι το κό­στος για το νε­ο­φι­λε­λεύθε­ρο κρά­τος. Α­ντί­θε­τα δεν μι­λή­σα­με κα­θό­λου για την δια­δι­κα­σί­α της ποι­νι­κο­ποί­η­σης των α­σθε­νέ­στε­ρων ποι­νι­κών στρω­μά­των. Α­ξί­ζει η αφιέρω­ση με­ρι­κών γραμ­μών και σε αυ­τή.
Ο τρί­τος το­μέ­ας, ο το­μέ­ας δη­λα­δή των ε­θε­λο­ντι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων, δεν μπο­ρεί να κα­λύ­ψει το σύ­νο­λο των στρω­μά­των που πλήτ­το­νται ε­ντός της νέ­ας μορφής κρά­τος, πράγ­μα που εί­ναι α­πα­γο­ρευ­τι­κό ε­ξαι­τί­ας του οι­κο­νο­μι­κού κό­στους που προ­ϋ­πο­θέ­τει. Έ­νας λό­γος γι’ αυ­τό, εί­ναι το γε­γο­νός ό­τι μέ­ρος της χρη­μα­το­δό­τη­σης αυ­τών των ορ­γανώ­σε­ων προ­έρ­χε­ται ή­δη α­πό το κρά­τος ή α­πό το ι­διω­τι­κό κε­φά­λαιο. Αν επο­μέ­νως μι­λούσα­με για την α­νά­πτυ­ξη ε­νός ε­κτε­τα­μέ­νου δι­κτύ­ου ε­θε­λο­ντι­κής προ­σφο­ράς που θα κά­λυ­πτε ό­λον τον πλη­θυσμό, τον ο­ποί­ο πε­ρι­θω­ριο­ποιεί το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο μο­ντέ­λο -κά­τι που μέ­σες ά­κρες ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται θε­ωρη­τι­κά και προ­τεί­νει ο Τζέ­ρε­μι Ρί­φκιν στο βι­βλί­ο του «Το τέ­λος της ερ­γα­σί­ας και το μέλ­λον της»- αυ­τό θα ή­ταν de facto ε­πι­στρο­φή σε μια κρα­τι­κο­προ­νοια­κή μορ­φή πα­ρέμ­βα­σης.
Ε­πο­μέ­νως έ­να μέ­ρος αυ­τών των στρω­μά­των έ­πρε­πε να ε­λεγ­χθεί με άλ­λο τρό­πο, έ­πρε­πε να εγκλη­μα­τοποι­η­θεί, να με­τα­τρα­πεί δη­λα­δή σε ε­γκλη­μα­τί­α, μια δια­δι­κασί­α κα­θό­λου πρωτό­τυ­πη ι­στο­ρι­κά στον κα­πι­τα­λι­σμό. Το ί­διο συ­νέ­βη στην πρώ­ι­μη εκ­βιο­μη­χά­νι­ση, ό­ταν ποι­νι­κο­ποι­ή­θη­κε ο αλ­κο­ο­λι­σμός, η πορ­νεί­α, η ε­παι­τεί­α, κ.α. πα­ρεκ­κλί­νου­σες συ­μπε­ρι­φο­ρές α­πό το μο­ντέ­λο της κα­θο­λι­κής μι­σθω­τής σχέ­σης σε μια πε­ρί­ο­δο που ή­ταν έκδηλη η α­νά­γκη της κα­πι­τα­λι­στι­κής μη­χα­νής για ερ­γα­τι­κά χέ­ρια. Σή­με­ρα που η μα­ζι­κή α­νερ­γί­α κυ­ριαρ­χεί σε ευ­ρύ­τερα στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού, η ε­γκλη­μα­το­ποί­η­ση στο­χεύ­ει α­φε­νός στον κανο­νι­στι­κό (δη­λα­δή α­στυ­νομι­κο­δι­κα­στι­κό) έ­λεγ­χο αυ­τών των πλη­θυ­σμών και α­φετέ­ρου στην χει­ρα­γώ­γη­ση τους μέ­σω της α­να­ζω­ο­γό­νη­σης και της ε­πι­βο­λής των πιο σκλη­ρών προ­τύ­πων η­θι­κής και ερ­γα­σί­ας στον κοι­νω­νι­κό βί­ο.1
Ας το πού­με πιο α­να­λυ­τικά. Α­νά­με­σα στους με­τα­σχη­μα­τι­σμούς που χα­ρακτή­ρι­σαν την νέ­α μορ­φή κρά­τος, ή­ταν η αλ­λα­γή στην μορ­φή της ερ­γασίας, η ο­ποί­α α­πό στα­θε­ρή, α­σφα­λισμέ­νη, ο­κτά­ω­ρη, κλπ, γί­νε­ται ευέ­λι­κτη, α­να­σφάλι­στη ή εν μέ­ρει α­σφα­λι­σμέ­νη, με­ρι­κή, κι­νη­τι­κή, κλπ. Με αυ­τό τον τρό­πο δη­μιουργού­νται νέ­α στρώ­μα­τα α­νέρ­γων ή μι­σο­α­νέρ­γων, που ε­πι­βιώ­νουν στα ό­ρια της ε­πιβί­ω­σης και που πα­ράλ­λη­λα οφεί­λουν να προ­σαρ­μο­στούν σε αυ­τή την συν­θή­κη.
Έ­χο­ντας τώ­ρα στο μυα­λό μας ό­τι το δί­καιο εί­ναι μια σχέ­ση α­ντα­γω­νι­στι­κή, δη­λα­δή οι νό­μοι και οι θε­σμοί που διέ­πουν μια κοι­νω­νί­α δεν εί­ναι κα­τα­σκευ­ή κά­ποιων σο­φών δι­κα­στών ή του δί­καιου και πα­νά­γα­θου ό­ντος, αλ­λά ά­με­ση α­ντα­νά­κλα­ση και έκ­φρα­ση του κοι­νω­νικού α­ντα­γω­νι­σμού την συ­γκε­κρι­μέ­νη ι­στο­ρι­κή πε­ρί­ο­δο και με δε­δομέ­νη την ήτ­τα του κοι­νω­νι­κού α­ντα­γω­νι­σμού τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες, η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη μορ­φή κρά­τος, δεν θα μπο­ρού­σε παρά να με­τασχη­μα­τί­σει το δίκαιο σε μια κα­τεύ­θυν­ση που εκ­φρά­ζει την νί­κη των α­φε­ντι­κών.
Η πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή α­πό­δει­ξη αυ­τού του με­τα­σχη­μα­τι­σμού ή­ταν η ει­σα­γω­γή θε­ωριών, ό­πως αυ­τή της «μη­δε­νι­κής α­νο­χής», που υ­πο­στη­ρί­ζουν ότι η α­νο­χή σε κά­θε συ­μπε­ρι­φο­ρά που ξε­φεύ­γει α­πό τις νόρ­μες της μι­κρο­α­στικής κο­σμο­θε­ώ­ρη­σης (π.χ. η ε­παι­τεί­α, ο αλ­κο­ο­λι­σμός, κ.α.), εί­ναι προ­οί­μιο της πα­ρα­βα­τι­κό­τη­τας και της ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τας. Δη­λα­δή ε­νώ στην ι­στο­ρι­κή πε­ρί­οδο που έ­χει προ­η­γη­θεί τέ­τοιες συ­μπε­ρι­φο­ρές α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται σαν δυ­νά­μει το­μείς πα­ρέμβα­σης της κοι­νω­νι­κής πρό­νοιας, σή­με­ρα ε­μπί­πτουν στο πε­δί­ο της δι­καιο­σύ­νης και της δη­μό­σιας τά­ξης. Φυ­σι­κά για να ε­πι­κρα­τή­σουν τέ­τοιες θε­ω­ρί­ες έ­πρε­πε να βρουν ι­σχυ­ρά κοι­νω­νι­κά ε­ρεί­σμα­τα. Η διά­χυ­ση ε­νός γε­νι­κευ­μέ­νου αι­σθή­μα­τος α­να­σφά­λειας στα με­σαί­α στρώ­μα­τα του πλη­θυ­σμού, ή­ταν η χρυ­σή ε­πι­λο­γή για την ε­πί­τευ­ξη αυ­τού του σκο­πού.
Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κά: η δια­δι­κα­σί­α ποι­νι­κο­ποί­η­σης-ε­γκλη­μα­το­ποί­η­σης κα­τα­σκευά­ζε­ται α­πό το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο κρά­τος για να «στρώσει» τα χα­μη­λά (και δυ­νά­μει α­νυ­πό­τα­κτα) κοι­νω­νι­κά στρώ­μα­τα στην πει­θαρ­χί­α της προ­σω­ρι­νής και ε­πισφα­λούς ερ­γα­σί­ας ή α­κόμα και στην κα­τά­στα­ση της πα­ρα­τε­τα­μέ­νης α­νερ­γί­ας. Και ό­χι βέ­βαια ε­πει­δή το «κα­κό» κρά­τος α­ρέ­σκε­ται στο να κα­τα­στέλ­λει την «κα­λή»κοι­νω­νί­α.
Τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα αυ­τού του μετα­σχη­μα­τι­σμού, προ­βάλ­λο­νται ε­ντυ­πω­σια­κά στην νέα σω­φρο­νι­στι­κή δη­μο­γρα­φί­α που δια­μορ­φώ­νεται: το πο­σο­στό φυ­λά­κι­σης στην Γαλ­λί­α περνά­ει α­πό τους 71 στις 100.000 κα­τοί­κους στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του 1980, στους 95 στις 100.000, 18 χρό­νια με­τά. Ο πλη­θυ­σμός «υ­πό την σκέ­πη της δι­καιο­σύ­νης» (πρό­σω­πα υ­πό δι­κα­στι­κή ε­πι­τή­ρηση, υ­πό ό­ρους α­να­στο­λή ε­κτέ­λε­σης της ποινής, υ­πό ό­ρους α­πό­λυ­ση, κ.α.) στις αρ­χές του 1998 ή­ταν μι­σή φο­ρά πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ό­τι 9 χρό­νια πριν και 2,5 φο­ρές πε­ρισ­σό­τερο α­πό το 1975. Εν τω με­τα­ξύ, ό­πως ση­μειώ­νει ο Wacquant2«επα­να­δια­γρά­φε­ται το προ­φίλ του τι­μω­ρούμενου α­δι­κή­μα­τος», κα­θώς με­τα­το­πί­ζε­ται α­πό τα α­δι­κή­μα­τα με ά­με­σο θύ­μα, σε δύο κυ­ρί­ως α­δι­κή­μα­τα: αυ­τά που α­φο­ρούν την πα­ρα­βί­α­ση της νο­μο­θε­σί­ας πε­ρί ναρ­κω­τι­κών ου­σιών και αυ­τά που α­φο­ρούν την πα­ρά­νο­μη δια­μο­νή στην χώ­ρα αλ­λο­δα­πών. Γι’ αυ­τό φυ­σι­κά δεν εί­ναι τυχαί­ο ό­τι η συντρι­πτική πλειο­ψη­φί­α των φυ­λα­κι­σμέ­νων εί­ναι με­τα­να­στευ­τι­κής κα­τα­γω­γής.
Έ­να τε­λευ­ταί­ο γε­γο­νός που πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γι­στεί εί­ναι η κοι­νω­νι­κή γε­ω­γρα­φί­α των προ­α­στί­ων. Τα προ­ά­στια του Πα­ρι­σιού οι­κο­δο­μή­θη­καν κα­τά το με­γά­λο οικο­νο­μι­κό μπουμ της χρυ­σής ε­πο­χής του κρά­τους πρό­νοιας για να στε­γά­σουν την α­νει­δί­κευ­τη κυ­ρί­ως ερ­γα­τι­κή δύ­να­μη που στε­λέ­χω­νε τις με­γά­λες βιο­μη­χα­νι­κές μο­νά­δες που βρι­σκό­ταν κο­ντά σε αυ­τά. Α­πό τό­τε και ε­νώ η γαλ­λι­κή ερ­γα­τι­κή τά­ξη βελ­τί­ω­νε την θέ­ση της, πα­ράλ­λη­λα με τα κύ­μα­τα της με­τα­νά­στευ­σης που έφτα­ναν α­πό τις πρώ­ην γαλ­λι­κές α­ποι­κί­ες της Α­φρι­κής, βρι­σκό­ταν να ε­πε­κτεί­νο­νται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο και να κα­τοι­κού­νται κα­τά κύ­ριο λό­γο α­πό αυ­τό τον πληθυ­σμό, ε­νώ οι πα­λιοί γάλ­λοι ερ­γά­τες μετα­νά­στευαν σε πιο α­να­βαθ­μι­σμέ­νες ζώ­νες. Α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του 1980, όταν άρ­χι­σαν να πε­ρι­κό­πτο­νται οι κοι­νω­νι­κές πα­ρο­χές σε με­γά­λα στρώ­μα­τα του πλη­θυσμού, πα­ράλ­λη­λα με την ε­πέ­κτα­ση της μα­ζικής α­νερ­γί­ας, τα προ­ά­στια μπή­καν σε καθε­στώς ε­πι­τή­ρη­σης. Μά­λι­στα με­τά την ε­ξέ­γερ­ση του 1981 α­πό τους νε­αρούς γάλ­λους α­ρα­βι­κής κα­τα­γω­γής, πολ­λα­πλα­σιά­στη­καν τα­χύ­τα­τα οι κα­τα­σταλ­τι­κοί μη­χα­νι­σμοί του κα­θε­στώ­τος σε αυ­τούς τους το­μείς της πό­λης. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο ό­τι κά­θε χρό­νο ε­κτε­λού­νται 40.000 προ­σω­ρι­νές φυ­λα­κί­σεις α­νη­λί­κων -συ­νή­θως έγ­χρωμων- που συλ­λαμ­βά­νο­νται σε ε­λέγ­χους για ε­ξα­κρι­βώ­σεις στοι­χεί­ων, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι από τους ο­ποί­ους α­πο­φυ­λα­κί­ζο­νται αρ­γό­τε­ρα λόγω έλ­λει­ψης στοι­χεί­ων. Ό­πως δεν εί­ναι τυ­χαί­ο, ό­τι έ­να κομ­μά­τι, μι­κρό αλ­λά υ­παρκτό, αυ­τού του νε­α­ρού πλη­θυ­σμού ε­ξω­θεί­ται α­πό το κρά­τος στην πα­ρα­οι­κο­νο­μί­α ναρ­κωτι­κών ου­σιών, για να ε­πι­βε­βαιώνει την α­νά­γκη της α­στυ­νό­μευ­σης του.
Κα­νείς δεν εί­ναι τό­σο η­λί­θιος, ώ­στε να μην μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει ό­τι τέ­τοιου τύ­που κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες γεν­νούν ξε­σπά­σμα­τα α­ντί­δρα­σης. Η πρό­σφα­τη ε­ξέ­γερ­ση ε­ξάλ­λου εί­ναι μια στιγ­μή υ­ψη­λής έ­ντασης της α­ντι­βί­ας ενός μέ­ρος των κα­τα­πιε­σμέ­νων, μια στιγ­μή α­νά­με­σα σε τό­σες άλ­λες κα­θη­με­ρι­νής και νυ­χτε­ρι­νής βί­ας ε­να­ντί­ον τους και α­ντι­βί­ας α­πό την πλευ­ρά τους ε­νά­ντια στις πρα­κτι­κές της μη­δε­νι­κής ανο­χής που ε­φαρ­μό­ζει το γαλ­λι­κό κρά­τος. Ε­κεί­νων των κα­τα­πιεσμέ­νων νε­α­ρών με γαλ­λι­κή υ­πη­κο­ό­τη­τα, τρί­της γε­νιάς με­τα­να­στών, που έ­χουν φά­ει στην μά­πα την μι­ζέ­ρια της πα­ρα­δο­σια­κής οι­κο­γέ­νειας. Έ­χουν φά­ει στην μά­πα τις παρ­λα­πί­πες πε­ρί δη­μο­κρα­τί­ας, ι­σό­τη­τας, α­δελ­φό­τη­τας του ρε­που­μπλι­κα­νι­κού σχο­λεί­ου της συ­νοι­κί­ας τους. Έ­χουν φά­ει στην μά­πα την μι­ζέρια της γει­το­νιάς τους, την α­νερ­γί­α, το ρα­τσι­σμό στην α­να­ζή­τη­ση ερ­γα­σί­ας. Έ­χουν φά­ει στην μά­πα τις υ­πο­σχέ­σεις της με­τα­θα­νά­τιας ζω­ής του ι­μά­μη του δή­μου. Και ό­λα αυ­τά, ό­ντας με­ρι­κά μό­νο χι­λιό­με­τρα α­πό το κέ­ντρο της πό­λης του φωτός, α­πό τις ζω­ντα­νές εκ­πλη­ρώ­σεις των υ­πο­σχέ­σε­ων για τους άλ­λους.
Η ε­ξέ­γερ­ση στα πα­ρισι­νά προ­ά­στια ή­ταν η κραυ­γή ε­νός με­γά­λου μέ­ρους του κό­σμου που πα­ρή­γα­γε ο με­τα­σχη­μα­τι­σμός της κοι­νω­νι­κής μορ­φής τα τε­λευ­ταί­α τριά­ντα χρό­νια και η εκ­κω­φα­ντι­κή και ο­λόλα­μπρη υ­πεν­θύ­μι­ση ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός δεν μπο­ρεί να πε­τά­ει στα σκου­πί­δια τό­σο κό­σμο, και ό­λα να συ­νε­χί­ζουν να πη­γαί­νουν κα­λά.
Ήταν η εμ­φά­νι­ση στο προσκή­νιο αυ­τού του συλ­λο­γι­κού υ­πο­κει­μέ­νου, που βιώ­νει ή­δη (και γι’ αυ­τό την έ­χει συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει σε βά­θος), την προ­ο­πτι­κή του no future που του έ­χει ε­πι­φυ­λα­χθεί3. Ή­ταν η ζω­ντα­νή, συλ­λο­γι­κή σκη­νο­θε­σί­α και ε­κτέ­λε­ση του μί­σους, την ο­ποί­α μί­ση­σαν μέ­χρι θα­νά­του τα πλή­θη του γαλλι­κού α­στι­κού φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, η ί­δια τά­ξη αν­θρώ­πων που είχε συ­γκι­νη­θεί, πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας τον Κα­σοβίτ­ς να σκη­νο­θε­τεί την γνω­στή ται­νί­α του «Το μί­σος», α­σκώ­ντας κρι­τι­κή (και προ­ειδο­ποιώ­ντας) το γαλ­λι­κό νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό. Να θυ­μη­θού­με πό­τε; Το Δε­κέμ­βρη του 1995, την ί­δια ε­πο­χή που έ­να άλ­λο συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο, έ­κα­νε με­τά α­πό ει­κο­σι­πέ­ντε του­λά­χι­στον χρόνια την μα­ζι­κή εμ­φά­νι­ση του στο δρό­μο, ό­ταν με­γά­λα κομ­μά­τια α­πό τον δημό­σιο κυ­ρί­ως τομέ­α των γαλ­λι­κών ερ­γα­τι­κών στρω­μά­των, προ­σπά­θη­σαν να υ­πε­ρα­σπιστούν για τε­λευταί­α φο­ρά κά­ποιες κα­τα­κτή­σεις του κρά­τους πρό­νοιας. Με μια έν­νοια ε­νά­ντια σε ό­ψεις του νε­ο­φι­λε­λευθε­ρι­σμού εί­χαν α­γω­νι­στεί και τα δύ­ο αυτά υ­πο­κεί­με­να. Ό­μως η τε­ρά­στια δια­φο­ρά με­τα­ξύ τους -α­νά­με­σα σε δευ­τε­ρεύ­ου­σες άλ­λες- εί­ναι η πα­ντε­λής α­νι­κα­νό­τη­τα της πα­ρα­δο­σια­κής α­ρι­στε­ράς σε ό­λες τις εκ­δο­χές της να δια­με­σο­λα­βήσει πο­λι­τι­κά τους ση­με­ρι­νούς ε­ξε­γερ­μέ­νους των γαλ­λι­κών μη­τρο­πό­λε­ων. Πράγ­μα που δυ­νη­τι­κά θα μπο­ρού­σε να κά­νει την ύ­παρ­ξη του δεύ­τε­ρου υ­πο­κει­μέ­νου, α­πει­λη­τι­κή και για την ί­δια.
Ή­ταν το «τα­ξικό μί­σος χω­ρίς τά­ξη», ε­νά­ντια στο κρά­τος και τους θε­σμούς του, ε­νά­ντια στην πο­λι­τι­κή δια­με­σο­λά­βη­ση της κοι­νω­νι­κής α­πελ­πι­σί­ας, ενά­ντια στην κοι­νω­νι­κή συ­ναί­νε­ση των αλ­λο­τριω­μέ­νων.
Δεν εί­ναι ό­λα αυ­τά αρ­κε­τά για να α­κο­λου­θή­σει η ε­πι­χεί­ρη­ση δια­στρέβλω­σης της ε­ξέ­γερ­σης α­πό τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς του κα­θεστώ­τος, ό­ταν οι κα­τα­σταλ­τι­κοί μη­χα­νισμοί είχαν ή­δη α­να­λά­βει την ω­μή ε­πι­στρο­φή στην τά­ξη; Μια διαστρέ­βλω­ση ε­πι­κε­ντρω­μέ­νη σε μια κρι­τι­κή πό­τε χο­λε­ρι­κή και α­προ­κά­λυ­πτα φα­σι­στι­κή, πό­τε φιλε­λεύ­θε­ρη και ε­λα­φρά υ­πο­κρι­τι­κή, και πό­τε α­ρι­στε­ρή και κα­τα­δικα­στι­κή με εκλε­πτυ­σμέ­νο τρό­πο.
Οι πι­τσιρικά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες συ­γκρού­ο­νται με τους μπά­τσους στις γει­το­νιές τους. Η political correct σκέ­ψη θα κρί­νει: εί­στε α­νή­θικοι, για­τί δεν πά­τε στις γει­το­νιές των πλου­σί­ων; Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες δεν ση­κώ­νουν κα­μιά ση­μαί­α, δεν προ­σκυ­νά­νε τα βρα­κιά κα­νε­νός μου­λά, δεν νο­σταλ­γούν κα­μιά Μέκ­κα. Η political correct σκέ­ψη θα νο­η­μα­το­δοτή­σει: ε­θνο­φυ­λε­τι­κή σύ­γκρου­ση. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες, δεν κολ­λά­νε α­φί­σες, δεν μοι­ρά­ζουν προ­κη­ρύ­ξεις, δεν δη­μο­σιεύ­ουν μα­νι­φέ­στα. Η political correct σκέ­ψη θα απο­φαν­θεί: ε­ξέ­γερ­ση χω­ρίς λα­λιά, α­πο­λί­τικη, ά­ναρ­θρη ε­ξέ­γερ­ση. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες καί­νε αυτο­κί­νη­τα, α­δια­κρί­τως. Η political correct σκέ­ψη θα τους κα­τα­δι­κά­σει: εί­στε βάν­δα­λοι. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες βά­ζουν φω­τιά στα σχο­λεί­α. Η political correct σκέψη θα α­φη­νιά­σει: καί­τε τους να­ούς του ου­δε­τε­ρό­θρη­σκου πνεύμα­τος και του ρε­που­μπλι­κα­νι­κού πο­λι­τι­σμού. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες καί­νε δημό­σιες υ­πη­ρε­σί­ες, λε­ω­φο­ρεί­α, κ.α. Η political correct σκέ­ψη θα απο­δο­κιμά­σει: πυρ­πο­λεί­τε την κρα­τι­κή πρό­νοια. Οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες καί­νε τζα­μιά. Η political correct σκέ­ψη (της άλ­λης ό­ψης του νο­μί­σμα­τος) θα σταθεί α­μή­χα­νη: εί­στε α­σε­βείς. Και ο κα­τά­λο­γος δεν έ­χει τε­λειω­μό. Οι εξε­γερ­μέ­νοι και οι ε­ξε­γερ­μέ­νες των γαλ­λικών μη­τρο­πό­λε­ων εί­ναι α­κό­μα: πρεζά­κια, πρε­ζέ­μπο­ροι, μέ­λη ποι­κί­λων συμ­μο­ριών, φα­να­τι­κοί ι­σλα­μι­στές, τρο­μο­κρά­τες με δια­συν­δέ­σεις με την Αλ-Κά­ι­ντα. Ε, ας το διά­ο­λο.
Ο ρη­χός λό­γος της δη­μο­σιο­γρα­φί­ας και της α­κα­δη­μί­ας, ο λό­γος δη­λα­δή των υ­παλ­λή­λων του ι­διω­τι­κού κε­φα­λαί­ου και του κρά­τους, έ­κα­νε κε­ντρι­κό ση­μεί­ο α­να­φο­ράς στην ερ­μη­νευ­τι­κή του με­θο­δο­λο­γί­α, ό­ταν αυ­τή εί­χε κά­ποια συ­στη­μα­τι­κό­τη­τα, και δεν ή­ταν α­πλά έ­να πα­ρα­λή­ρη­μα απο­λο­γη­τι­κής υ­πέρ του κα­θε­στώ­τος, δύ­ο ση­μεί­α της ε­ξέ­γερ­σης: τον δή­θεν α­πο­λί­τι­κο χα­ρα­κτή­ρα της και την φθο­ρά της ι­διω­τι­κής πε­ριου­σί­ας και κυ­ρί­ως των αυ­το­κινή­των.
Η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια ή­ταν έ­να βα­θιά κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο, με έ­ντο­νο πο­λι­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Η πρό­τα­ξη του αι­τή­μα­τος των ε­ξε­γερ­μέ­νων, έ­στω και με προ­φο­ρι­κό τρό­πο, «να πα­ραι­τη­θεί ο Σαρ­κο­ζί», πά­ει να πει στα μά­τια τους «να κα­τα­στρα­φεί η μη­δε­νι­κή α­νο­χή στα προ­ά­στια», ό­τι και να ση­μαί­νει αυ­τό, δια­μορ­φώ­νει α­πευ­θεί­ας την πο­λι­τι­κή α­πό­χρω­ση της δια­μαρ­τυ­ρί­ας. Με τον ί­διο τρό­πο που την δια­μορ­φώ­νει και ο συλ­λο­γι­κός της χα­ρα­κτή­ρας και η αλλη­λεγγύ­η με­τα­ξύ των ε­ξε­γερ­μέ­νων, δια­στάσεις που προ­βάλ­λουν την συ­νεί­δη­ση της κοι­νό­τη­τας των συμ­φε­ρό­ντων, κό­ντρα στις α­καδη­μα­ϊ­κές α­θλιό­τη­τες πε­ρί «α­το­μι­κι­στι­κής» ε­ξέ­γερ­σης. Αυ­τό που έ­λει­πε α­πό την ε­ξέ­γερ­ση για να α­πο­κτή­σει ολο­κλη­ρω­μέ­νο πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο ή­ταν α­φε­νός οι συλ­λο­γι­κές δια­δι­κα­σί­ες συ­γκρό­τη­σης ευ­ρύ­τε­ρου πο­λι­τι­κού προ­τάγ­μα­τος και α­φε­τέ­ρου η διεκ­δί­κη­ση του.
Ω­στό­σο λέ­τε να φταί­νε πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες 15 έ­ως 18 χρο­νών γι’ αυ­τό το πράγ­μα; Λέ­τε να φταί­νε οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες για το γε­γο­νός της α­πουσί­ας πο­λι­τι­κού ο­ρά­μα­τος στην ε­ξέ­γερ­ση τους; Λέ­τε να φταί­νε οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πι­τσι­ρί­κες για το ό­τι ε­δώ και ει­κο­σι­πέ­ντε του­λά­χι­στον χρό­νια έ­χει κα­ταρ­ρεύ­σει το ε­πα­να­στα­τι­κό φα­ντα­σια­κό πα­γκόσμια; Για το ό­τι εδώ και εί­κο­σι του­λά­χι­στον χρό­νια ό­λες οι απο­χρώ­σεις της πα­γκό­σμιας α­ρι­στε­ράς έ­χουν απο­δε­χτεί πλή­ρως το υ­πάρ­χον κοι­νω­νι­κό πλαί­σιο, χω­ρίς να έ­χουν την ο­ποια­δή­πο­τε ρι­ζοσπα­στική πρό­τα­ση για τους κο­λα­σμέ­νους ή για τους αλ­λο­τριω­μέ­νους αυ­τού του πλα­νή­τη; Για το ό­τι εδώ και δε­κα­πέ­ντε του­λά­χι­στον χρό­νια ό­λες σχεδόν οι συ­νι­στώ­σες του ε­πα­να­στα­τικού χώ­ρου, τρώ­νε τα κου­ρέ­λια τους με­ταξύ τους, χα­μέ­νοι μέ­σα σε μια ναρ­κισσι­στι­κή αυ­το­α­να­φο­ρι­κό­τη­τα, α­νί­κα­νοι να κατα­νο­ή­σουν τους με­τα­σχη­μα­τι­σμούς αυ­τού του κό­σμου για να πα­ράγουν έ­να σύγ­χρονο ε­πα­να­στα­τι­κό σχέ­διο. Ί­σως επει­δή οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς που δη­λώ­νουν ε­πα­να­στά­τες εί­ναι εί­τε βο­λε­μέ­νοι σε αυ­τήν την κοι­νω­νί­α και στην α­γκα­λιά των θέλ­γη­τρων της εί­τε φορτω­μέ­νοι με την ήτ­τα του πα­ρελ­θόντος και α­νί­κα­νοι να την ξε­πε­ρά­σουν, α­ντικρί­ζο­ντας στα μά­τια την νέ­α πραγ­μα­τι­κότη­τα που έ­χει δια­μορ­φω­θεί4. Και πε­ρι­μέ­νει ή κά­νει πως πε­ρι­μέ­νει, ο κά­θε πλη­ρω­μέ­νος μα­λά­κας με έ­δρα στις πο­λι­τι­κές ε­πι­στή­μες και με α­ρι­στε­ρό πα­ρελ­θόν, να του πα­ρου­σιά­σουν το και­νούρ­γιο κε­φά­λαιο (για να σπά­σει την μο­νο­το­νί­α που του προ­κα­λεί η κα­θημε­ρι­νή δι­δα­σκα­λί­α του μαρ­ξι­κού Κε­φα­λαί­ου στο αμ­φιθέ­α­τρο), αυ­τοί οι πι­τσι­ρι­κά­δες;
Σύμ­φυ­το με αυ­τό εί­ναι το ζή­τη­μα της α­που­σί­ας γρα­πτού λό­γου. Ό­ταν στα μάτια και στην κα­θη­με­ρι­νή ε­μπει­ρί­α αυ­τών των αν­θρώ­πων, ο γρα­πτός λό­γος εκ­προ­σω­πεί το εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα και την α­να­διανε­μη­τι­κή (και ά­ρα δια­χω­ρι­στική) λει­τουρ­γί­α του, ό­ταν έ­χουν οι ί­διοι δια­πι­στώ­σει τον πο­μπώ­δη και υ­πο­κρι­τι­κό ρε­που­μπλι­κα­νι­κό5 χα­ρα­κτή­ρα του, πώς να μην τον θε­ω­ρούν ως έ­να ερ­γαλεί­ο του ε­χθρού ε­να­ντί­ον τους; Και για­τί να θέ­λουν να κά­νουν χρή­ση αυτού του ό­πλου, ε­νά­ντια στους ί­διους τους ε­αυ­τούς τους;
Η κα­τα­στρο­φή του αυτο­κι­νή­του, ίσως της πιο κε­ντρι­κής φα­ντα­σια­κής ση­μα­σί­ας και του πιο ση­μα­ντι­κού συμ­βό­λου κοι­νωνι­κής θέ­σης στο σύγ­χρο­νο κα­πι­τα­λι­σμό («αυ­το­κί­νη­το, η α­πό­λυ­τη α­στι­κή ιδιο­τέ­λεια», έ­γρα­φε ένα μό­το σε έ­να κα­ρέ, ε­νός πα­λιού κό­μικ του Λέ­αν­δρου), υ­πήρ­ξε η πιο ο­ρα­τή έκφρα­ση της ε­ξέ­γερ­σης. Για τους η­λί­θιους που α­να­ρω­τιού­νται για­τί οι πι­τσι­ρικά­δες δεν καί­νε αυ­το­κί­νη­τα στα πλού­σια προ­ά­στια, να διευκρι­νί­σου­με τρί­α πράγ­μα­τα. Πρώ­τον, ό­τι η κοι­νω­νι­κή σύνθε­ση των προ­α­στί­ων, δεν εί­ναι ο­μοιο­γε­νής σε ό­λη την έ­κτα­ση τους. Δη­λα­δή υ­πάρ­χουν ζώ­νες ε­ντός των προ­α­στίων αρ­κε­τά πλού­σιες, δί­πλα σε άλ­λες που ζουν οι ε­ξα­θλιω­μέ­νοι. Δεύ­τε­ρον, ό­τι η α­στυ­νο­μί­α εί­χε δη­μιουρ­γή­σει έ­ναν ε­ξαι­ρε­τικά α­σφυ­κτι­κό κλοιό γύ­ρω α­πό τα προ­ά­στια, σε σταθ­μούς συ­γκοι­νω­νιών κτλ, που στην πρά­ξη τα α­πέ­κλειε α­πό το κέ­ντρο της πό­λης. Και τρί­τον, ό­τι ό­πως και να χουν τα πράγ­μα­τα, τα αυ­το­κί­νη­τα δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να συμβο­λί­ζουν κά­τι για να καί­γο­νται και να γί­νο­νται ο­δο­φράγ­μα­τα. Αρ­κεί για αυ­τό το λό­γο α­πλά η χρη­στι­κή αξί­α που μπο­ρεί να έ­χουν για έ­να συλ­λο­γι­κό υ­πο­κεί­με­νο, που θέ­λει να α­ντι­πα­ρα­τε­θεί με τους μη­χανι­σμούς κα­τα­στολής, ό­πως α­πό­δει­ξε ο πα­ρισι­νός Μά­ης του 1968, ό­πως α­πόδει­ξε το τρι­ή­με­ρο του Νο­έμ­βρη του 1973 στην Αθή­να και τό­σες άλ­λες στιγ­μές της ι­στο­ρί­ας του κοι­νω­νι­κού α­ντα­γω­νισμού.
Κά­ποιος κα­τώ­τε­ρος υ­πάλ­λη­λος του ελ­λη­νι­κού κρά­τους, α­ρι­στε­ρός δια­νο­ου­με­νί­σκος (του Συ­να­σπι­σμού της Α­ρι­στε­ράς, κλπ) και λέ­κτο­ρας σε έ­να ελ­λη­νι­κό πανε­πι­στή­μιο6, χα­ρα­κτή­ρι­σε ως ε­θνο­φυ­λε­τι­κή την ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια, σε έ­να στομ­φώ­δες, α­κα­δη­μα­ϊ­κό και ά­κρως εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής ο­πτι­κής βι­βλί­ο του (το μό­νο μέχρι τώ­ρα στην Ελ­λά­δα), που κυ­κλο­φό­ρησε πρό­σφα­τα, συ­νο­ψί­ζο­ντας τις συζη­τή­σεις των ο­μοί­ων του (κυ­ρί­ως) για την ε­ξέ­γερ­ση, στην Γαλ­λί­α και ε­δώ. Θα χρεια­στεί να υ­πεν­θυ­μί­σου­με σε αυ­τό τον κα­θη­γη­τά­κο των πο­λι­τι­κών ε­πιστη­μών, αλ­λά και σε διά­φο­ρους α­στεί­ους τύ­πους (για τους ο­ποί­ους ι­σχύ­ει το πα­λιό ρη­τό: ό­ταν το δά­κτυ­λο έδει­χνε το φεγ­γά­ρι, οι η­λί­θιοι έ­βλε­παν την η­μι­σέ­λη­νο), ό­τι ο χα­ρα­κτή­ρας μιας ε­ξέ­γερ­σης δεν κρί­νε­ται α­πό την ε­θνι­κό­τη­τα και το χρώ­μα αυ­τών που συμ­με­τέ­χουν, αλ­λά α­πό τα αι­τή­μα­τα τους, τους σκο­πούς τους, τους τρό­πους πά­λης τους, την πο­λι­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ράς τους εν γέ­νει. Κρα­τά­με σαν πο­λύ σημα­ντι­κό γε­γο­νός το ότι οι πι­τσι­ρι­κά­δες και οι πιτσι­ρί­κες φτύ­σα­νε στα μού­τρα τό­σο τις ε­θνι­κι­στι­κές, ό­σο και τις θρη­σκευτι­κές αυ­τα­πά­τες και ι­δε­ο­λη­ψί­ες. Ό­σον α­φο­ρά το πρώ­το, και α­να­γνω­ρί­ζο­ντας τον πο­λυε­θνι­κό χα­ρα­κτή­ρα της ε­ξέ­γερ­σης, αλ­λά και πα­ρα­κο­λου­θώ­ντας α­φη­γή­σεις των ε­ξε­γερ­μέ­νων («Δεν μας εν­δια­φέ­ρει η πα­τρί­δα των γο­νιών μας, δεν θέ­λου­με να πά­με ε­κεί, ε­μείς ζού­με εδώ»), δεν μας εκ­πλήσσει. Ό­σον α­φο­ρά το δεύ­τε­ρο α­πο­τε­λεί για μας δείγ­μα υψη­λής πο­λι­τι­κής ω­ρι­μό­τη­τας: οι θρη­σκευ­τι­κοί η­γέ­τες των κοι­νο­τή­των των πι­τσι­ρι­κά­δων ή­ταν α­πό τους πρώ­τους που κα­τα­δι­κά­σα­νε το κί­νη­μα, κά­νο­ντας εκ­κλήσεις ε­πι­στρο­φής στην ο­μα­λό­τη­τα. Γι’ αυ­τό το λό­γο -αν και πι­θα­νόν προ­κά­λε­σε α­μη­χα­νί­α σε κά­ποιους- η πυρ­πό­λη­ση του τζα­μιού δεν ή­ταν τυ­χαί­ο γε­γο­νός.
Θα μπο­ρού­σα­με να γρά­φα­με πολ­λά α­κόμα, και α­φή­νου­με πολ­λά ζη­τή­μα­τα με εν­διαφέ­ρον έ­ξω α­πό αυ­τή την α­νά­λυ­ση. Το πιο ση­μα­ντι­κό εί­ναι τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει για το νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο μοντέ­λο αυ­τή η ε­ξέ­γερ­ση. Έ­να άλ­λο ζήτη­μα εί­ναι το κα­τά πό­σο μπαίνει σε κρί­ση το ε­θε­λο­ντι­κό πα­ρά­δειγ­μα και η δυ­να­τό­τη­τα του να α­πο­σο­βεί τέ­τοιου τύ­που φαι­νό­με­να. Έ­να τρί­το, πό­σο τα αί­τια αυ­τής της ε­ξέ­γερ­σης α­φο­ρούν μό­νο την Γαλ­λί­α, και ό­χι για πα­ρά­δειγ­μα και την Ελ­λά­δα. Ένα τέ­ταρ­το ζή­τη­μα εί­ναι πως κα­τα­σκευά­στηκε α­πό τα ελ­λη­νι­κά ΜΜΕ η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια. Έ­να πέ­μπτο ποια ή­ταν η πρό­σλη­ψη αυ­τής της ε­ξέ­γερ­σης α­πό τα πο­λι­τι­κά υ­πο­κεί­με­να της αμφι­σβή­τη­σης ε­δώ και ποια η στά­ση τους σε σχέ­ση με αυ­τήν (αυ­τό εί­ναι εύ­κο­λο, πέ­ρα α­πό κά­τι γελοί­ους α­κτι­βι­σμούς δεν έ­κα­ναν σχε­δόν τί­πο­τα άλ­λο. Κρα­τά­με σαν ση­μα­ντι­κή την δια­δήλω­ση αλ­λη­λεγ­γύ­ης συ­ντρό­φων στα Χα­νιά, με κε­ντρι­κό σύν­θη­μα: Κά­γκε­λα α­ό­ρα­τα, κάγκε­λα ο­ρα­τά/ μέ­σα στην Γαλ­λί­α, πή­ρα­νε φω­τιά). Ό­λα αυτά πι­θα­νόν να μας α­πα­σχο­λή­σουν αρ­γό­τε­ρα. Για τώ­ρα δύ­ο-τρεις α­κό­μα λέ­ξεις
Η ε­ξέ­γερ­ση στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια δεν ή­ταν ε­πα­νά­στα­ση, ού­τε καν προ­οί­μιο της ε­πα­νά­στα­σης, ού­τε ή­θε­λε να εί­ναι αυ­τό το πράγ­μα. Η ε­πα­νάστα­ση αν γίνει πο­τέ, θα εί­ναι δη­μιουρ­γι­κή και ρη­ξικέ­λευ­θη, σφο­δρή και συ­ντρι­πτι­κή και χί­λια δύ­ο άλ­λα πράγ­μα­τα που πι­θα­νόν δεν μπο­ρού­με καν να τα φα­ντα­στού­με. Ή­ταν ό­μως σί­γου­ρα μια α­πό τις γνη­σιό­τε­ρες εκ­φρά­σεις τα­ξι­κού μί­σους σε μια ε­πο­χή που δεν υ­πάρ­χει καν δια­δι­κα­σί­α συ­γκρό­τη­σης και γί­γνε­σθαι α­πό την πλευ­ρά των εκ­με­ταλ­λευο­μέ­νων, δη­λα­δή δι­κή τους τά­ξη. Και αυ­τό είναι το με­γά­λο στοί­χη­μα που κα­λού­νται να βά­λουν στους ε­αυ­τούς και συλ­λο­γι­κά οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι στα γαλ­λι­κά προ­ά­στια: η εξέ­γερ­ση τους ή θα γί­νει η μα­γιά για μια πρω­το­γε­νή δια­δι­κα­σί­α συ­γκρό­τη­σης τά­ξης ή θα πα­ραμεί­νει με­ρι­κές φω­τει­νές νύ­χτες στο σκο­τά­δι της γε­νι­κής ήτ­τας του κοι­νω­νι­κού α­νταγω­νι­σμού, που βιώ­νου­με τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ετί­ες. Και αυ­τό εί­ναι το με­γά­λο δίλημ­μα που κα­λού­μα­στε να βά­λουμε στους ε­αυ­τούς μας ε­μείς, χι­λιά­δες χι­λιό­με­τρα μα­κριά α­πό τα παρι­σι­νά προ­ά­στια: ή ξε­κι­νά­με α­πό την αρ­χή για να συμ­βάλ­λου­με με ό­λες μας τις δυ­νά­μεις στην δη­μιουρ­γί­α του ί­διου πράγ­μα­τος ώ­στε οι ε­ξε­γέρ­σεις του μέλ­λο­ντος να α­πο­κτούν ό­λο και περισ­σότε­ρο ου­σια­στι­κό πε­ριε­χό­μενο ή θα βυ­θι­ζό­μα­στε μέ­σα στην φαι­νο­με­νι­κά φα­ντα­χτε­ρή, αλ­λά τό­σο μί­ζε­ρη αυ­το­α­να­φο­ρι­κότη­τα μας, πα­νη­γυ­ρί­ζο­ντας χα­ζο­χα­ρού­με­να αυ­τά που (υ­πο­τί­θε­ται) εί­χα­με προ­βλέ­ψει, και τις φλό­γες που φω­τί­ζουν τις πό­λεις του φω­τός.




1. Στο Οι φυ­λα­κές της μι­ζέ­ριας. Ο προ­σα­να­το­λι­σμός του συλ­λο­γι­σμού εί­ναι ο ί­διος.
2. Ό­λα τα στοι­χεί­α οπ.παρ. Πά­ντως αυ­τά τα στοι­χεία, πα­ρέ­χουν την πιο ξε­κά­θα­ρη α­πό­δει­ξη, α­νά­με­σα σε άλ­λες, για το γε­γο­νός ό­τι το δί­καιο (ό­πως και κά­θε θε­σμός άλ­λω­στε) της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας υ­πό­κει­ται στην θέ­σμι­ση του κοινω­νι­κού α­ντα­γω­νι­σμού.
3. Ε­νός συλλο­γι­κού υ­πο­κει­μέ­νου που σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν μπο­ρεί να το α­ντι­λη­φθεί κά­ποιος ού­τε σαν πε­ρι­θώ­ριο, ού­τε σαν λού­μπεν προ­λε­τα­ριά­το, αν βέ­βαια θέλει να συ­νε­χί­σει να πα­τά­ει τα πό­δια του κά­τω στο έ­δα­φος.
4. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο, για να α­να­φέ­ρου­με μια πε­ρί­πτω­ση, ό­τι ο Α. Κρι­βίν, η­γέ­της, της LCR (Ε­πα­να­στα­τι­κής Κομ­μου­νι­στι­κής Λί­γκας), της δεύ­τε­ρης ι­σχυ­ρό­τε­ρης τρο­τσκι­στι­κής ορ­γά­νω­σης στην Γαλ­λί­α, και προ­βε­βλη­μέ­νος ως η­γε­τι­κή μορ­φή του Μά­η (αν και τό­τε αμ­φι­βάλ­λου­με πο­λύ αν εί­χε κα­τα­λά­βει το πα­ρα­μι­κρό), δήλω­σε ό­τι πε­ρι­πο­λού­σε μα­ζί με άλ­λους στην γει­το­νιά του, για να μην του κά­ψουν το σπί­τι του. Α­να­φέ­ρε­ται α­πό τον Πα­ντα­ζό­που­λο στο Η Γαλ­λί­α φλέ­γε­ται;
5. Ο ρε­που­μπλι­κα­νι­σμός εί­ναι ο γε­νέ­θλιος μύ­θος του γαλ­λι­κού έ­θνους κρά­τους. Ο βα­σι­κός ά­ξο­νας του ρε­που­μπλι­κα­νι­σμού εί­ναι το κυ­ρί­αρ­χο σύν­θη­μα της γαλ­λι­κής ε­πα­νά­στα­σης του 1789: ε­λευ­θε­ρί­α, ι­σό­τη­τα, α­δελ­φό­τη­τα.
6. Το ό­νομα του εί­ναι Αν­δρέ­ας Πα­ντα­ζό­που­λος και το πό­νη­μα του τι­τλο­φο­ρεί­ται Η Γαλ­λί­α φλέ­γε­ται; εκ­δ. Πό­λις.

Τεύχος Πέμπτο - Νοτιοανατολικό Πέρασμα

O ρόλος που ιστορικά έχει διαδραματίσει το ισλάμ στη διαμόρφωση των κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, και ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου, από όλο και περισσότερους δημοσιογράφους και πολιτικούς αναλυτές προκειμένου να βρεθεί μια πειστική απάντηση απέναντι στο φαινόμενο της «τρομοκρατίας». Σε επίπεδο κυρίαρχης ιδεολογίας είναι κοινά διαδεδομένη η αντίληψη πως οι αιτίες των συνεχόμενων επιθέσεων σε Μαδρίτη, Μπαλί, Μπεσλάν, Κασμίρ, Βαγδάτη, Λονδίνο, Σαρμ ελ Σέιχ και αλλού στον πλανήτη έχουν ένα κοινό παρανομαστή: αυτό που λέγεται «ισλαμικός φονταμενταλισμός».
Στο προηγούμενο τεύχος εξετάσαμε τη θέση αυτή και την κρίναμε από ανταγωνιστική σκοπιά. Παρόλα αυτά, υπάρχει ένα ζήτημα, στο οποίο μονάχα ακροθιγώς αναφερθήκαμε, και το οποίο τίθεται από την πρώτη στιγμή που ασχολείται κανείς με το ζήτημα του ισλάμ. Το γεγονός ότι κάθε απόπειρα, όπως είχαμε γράψει, να κατανοηθεί και να ασκηθεί κριτική απέναντι στο ισλάμ προσκρούει στην κατηγορία του «οριενταλισμού». Η θέση λοιπόν, των υποστηρικτών του «οριενταλισμού», ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ διανοουμένων, έχει κατά καιρούς αποτελέσει όχι μόνο τον κριτικό αντίλογο, στη δημόσια συζήτηση, της θέσης περί «ισλαμικού φονταμενταλισμού» και «σύγκρουσης των πολιτισμών», αλλά και κάθε προσπάθειας ανάλυσης του ρόλου που το ισλάμ έχει παίξει στη διαμόρφωση κοινωνικών αντιλήψεων στη Μέση Ανατολή, όπως για παράδειγμα το ζήτημα της θέσης των γυναικών μέσα στην κοινωνία.
Προτού ξεκινήσουμε λοιπόν, να σημειώσουμε πως η εξέταση της θέσης περί «οριενταλισμού» προφανώς και δε γίνεται από τη σκοπιά του να παρουσιαστούν και κάποιες άλλες όψεις του ισλάμ και της ανατολής ή με σκοπό να αποκαταστήσουμε, σα δήθεν σωστοί και αμερόληπτοι κριτές, την «αληθινή» τους «ουσία», ούτε όμως, και πολύ περισσότερο, από τη σκοπιά του να οριστεί τι αποτελεί και τι δεν αποτελεί «Ισλάμ» ή «Ανατολή», ώστε να χαράξουμε νέα σύνορα μεταξύ ενός υποτιθέμενου «Εμείς» και ενός εξίσου υποτιθέμενου «Αυτοί». Αντίθετα, απώτερος σκοπός μας, συνεχίζοντας έτσι και τη μεθοδολογία που ακολουθήσαμε και στην προηγούμενη ανάλυσή μας, δεν είναι άλλος από το να κρίνουμε από ανταγωνιστική οπτική τις υπόρρητες παραδοχές της ίδιας της θέσης περί «οριενταλισμού», ώστε να γίνει κατανοητή η πολιτική της σημασία και οι πρακτικές της συνέπειες.
Κύριος εκφραστής, ως γνωστόν, της θέσης περί «οριενταλισμού» (στο εξής χωρίς εισαγωγικά) υπήρξε ο παλαιστίνιος καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας Ε. Σαΐντ. Κατά τον Σαΐντ λοιπόν, οριενταλισμός είναι ο δυτικός εξουσιαστικός λόγος γύρω από την ανατολή. Ο οριενταλισμός, όπως ορίζεται στο ομώνυμο έργο του, συγκροτεί μια ολόκληρη κοσμοθεωρία, ένα σύνολο κοινά αποδεκτών παραδοχών, στερεοτύπων, και πάνω από όλα λόγων, μέσα από τους οποίους περνά η αντίληψή που έχουν οι «δυτικοί» για την ανατολή. Αυτό μάλιστα το σύνολο λόγων, όπως αναφέρει, αποτελεί: «τελικά, ένα σύστημα που μπορεί να παραμείνει αναλλοίωτο ως διδακτικά μεταβιβαζόμενη σοφία (σε ακαδημίες, βιβλία, συνέδρια, πανεπιστήμια, ινστιτούτα εξωτερικών υποθέσεων) από την εποχή του Ερνέστ Ρενάν στα τέλη της δεκαετίας του 1840 μέχρι σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, πρέπει να είναι κάτι πιο ισχυρό από μιαν απλή συλλογή ψεμάτων. Ο Οριενταλισμός λοιπόν δεν είναι μια απλή αεροφαντασία σχετικά με την Ανατολή, αλλά ένα δημιουργημένο σώμα θεωρίας και πρακτικής στο οποίο, για πολλές γενιές, έχουν γίνει σοβαρές υλικές επενδύσεις. Αυτή η συνεχής επένδυση έκανε τον Οριενταλισμό, ως σύστημα γνώσης σχετικά με την Ανατολή, ένα αποδεκτό πλέγμα μέσω του οποίου διηθείται η Ανατολή για τη δυτική συνείδηση, και ταυτόχρονα πολλαπλασίασε –στην πραγματικότητα έκανε για πρώτη φορά παραγωγικές– τις προτάσεις που από τον Οριενταλισμό διαχέονται διαποτίζοντας την ευρύτερη κουλτούρα»i.
Από τις πρώτες λοιπόν γραμμές καθίσταται σαφές πως ο Σαΐντ επιχειρεί να αποφύγει τα αδιέξοδα μιας μηχανιστικής θεώρησης του οριενταλισμού που θα τον εμφάνιζε ως ιδεολογικό εργαλείο καθυπόταξης στα χέρια κάποιων κυρίαρχων. Έτσι, θεωρεί πως ο οριενταλισμός αποτελεί ένα σύνολο, ένα πλέγμα πιο σωστά, εξουσιαστικών λόγων που ως τέτοιο είναι πανταχού παρόν μέσα στην κουλτούρα. Το κύριο βάρος δηλαδή της ανάλυσής του πηγαίνει στο πολιτισμικό στοιχείο, στη δυτική δηλαδή κουλτούρα, η οποία θεωρεί πως αποτελεί και τον κρίσιμο παράγοντα προκειμένου να κατανοήσουμε την εξουσιαστική φύση της σχέσης μεταξύ ανατολής και δύσης. Όπως αναφέρει: «[η] ιδέα μου είναι ότι τα ευρωπαϊκά και εν συνεχεία τα αμερικανικά συμφέροντα ήταν πολιτικά με την προφανή ιστορική έννοια του όρου που έδωσα εδώ, αλλά ήταν η κουλτούρα εκείνη που γέννησε αυτά τα συμφέροντα, που έδρασε εκ παραλλήλου με τις ωμές πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές αιτίες […]» (Ορ. 23). Με βάση λοιπόν τις προκαταρκτικές αυτές θέσεις υποβάλλει το δυτικό λόγο, από την αρχαιότητα έως και τις μέρες μας, σε μια γενεαλογική κριτικήii.
Με τον τρόπο αυτό, ο Σαΐντ κατασκευάζει, μέσα από μια συρραφή κειμένων της κυριαρχίας που συγκροτούν ένα ενιαίο corpus, ένα γραμμικό μέσα στην ιστορία λόγο που του επιτρέπει έπειτα να τον προεκτείνει αυτούσιο στο παρελθόν. Η μέθοδος αυτή του επιτρέπει να παρουσιάζει τον οριενταλιστικό-εξουσιαστικό λόγο ως «αναλλοίωτο» και στατικό, αφού όχι μόνο δεν παρουσιάζει αλλαγές μέσα στο χρόνο, αλλά και δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει. Στην πραγματικότητα, ο Σαΐντ αποδίδει στον οριενταλισμό τις μεταφυσικές εκείνες διαστάσεις μιας καθαρής ουσίας, η οποία εκδιπλώνεται μέσα στην ιστορία και η οποία μάλιστα θεωρεί πως μπορεί να μεταβιβαστεί πέρα και έξω από κοινωνικές ή πολιτισμικές επιδράσεις. Ο λόγος δε αυτός δεν είναι μόνο υπεριστορικός, αλλά βρίσκεται έξω και πέρα από τα πραγματικά υποκείμενα που τον εκφέρουν. Πολύ περισσότερο μάλιστα, το τσουβάλιασμα ενός αριθμού κειμένων που συγκροτούν τον οριενταλιστικό λόγο δημιουργεί μια ψευδή «δυτική» ενότητα απέναντι στην ανατολή, η οποία όπως αναφέρει συγκροτεί και τη «δυτική συνείδηση» γύρω απ’ αυτήν. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας ταυτίζει πλήρως το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο παραγωγής των λόγων που εξετάζει με τους ίδιους αυτούς λόγους και αυτό γιατί δεν τον απασχολεί καθόλου όχι μόνο πώς παράγονται οι λόγοι αυτοί, αλλά και από ποια θέση εκφέρονται.
Ασφαλώς, η θέση αυτή έχει να κάνει με τις μεθοδολογικές επιλογές του ίδιου του Σαΐντ, που παραπέμπουν κατευθείαν στο εν λόγω έργο του Φουκώ. Το κρίσιμο ωστόσο σημείο είναι πως έστω και αν προσπαθεί να σταθεί κριτικά απέναντι στον οριενταλιστικό λόγο, στην πραγματικότητα του αποδίδει μια τέτοια διάσταση και μια τέτοια ισχύ που τελικά δεν επιτρέπει να γίνουν κατανοητές οι πραγματικές αιτίες της εξουσιαστικής αυτής φύσης: το ζήτημα δηλαδή του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, που έστω κι αν και δεν αγνοείται στο έργο του, ωστόσο το αντιμετωπίζει ως ένα από τα παρεπόμενα της οριενταλιστικής κουλτούρας.
Στο σημείο αυτό είναι που ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις συνέπειες του καθοριστικού σε τελική ανάλυση ρόλου που αποδίδει όπως είδαμε στην κουλτούρα. Γιατί θεωρώντας πως είναι η κουλτούρα εκείνη που γεννά τα συμφέροντα, τότε αναγκαστικά η πραγματικότητα της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης ανάγεται σε κάποια στερεότυπα και αναπαραστάσεις για τους «άλλους». Η θέση αυτή παρουσιάζει έτσι τα αποτελέσματα μιας συγκεκριμένης πρακτικής, δηλαδή της αποικιοκρατίας, ως γενεσιουργό αιτία της πρακτικής αυτής. Από τη στιγμή που ο οριενταλισμός του είναι «πέρα απ’ οτιδήποτε άλλο ένα σύστημα παράθεσης έργων και συγγραφέων» (Ορ. 36) και από τη στιγμή που η όλη ανάγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας περιορίζεται στην κριτική ορισμένων κειμένων της κυριαρχίας, δεν υπάρχει θέση για τον τρόπο με τον οποίο αυτή η εξουσία ασκείται και εφαρμόζεται συγκεκριμένα και απτά. Επομένως, η πολιτική και οικονομική ρίζα του ζητήματος της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού θάβονται κάτω από μια σειρά λόγων γύρω από την ανατολή.
Προτού όμως ο συγγραφέας ρίξει το βάρος του στο πολιτισμικό στοιχείο και προεκτείνει, τρόπον τινά, τον εξουσιαστικό λόγο του οριενταλισμού στην ευρύτερη κουλτούρα κάθε (δυτικής εν.) κοινωνίας, ο λόγος αυτός έχει παρουσιαστεί σε ολόκληρο το έργο του σα να υπάρχει καθεαυτός και a priori. Και αυτό γιατί σε κανένα σημείο του Οριενταλισμού του δεν υπάρχει κάποιο διακύβευμα που να δημιουργεί ρωγμές στον εξουσιαστικό λόγο. Στην ουσία, ο γραμμικός, ενιαίος και αδιάρρηκτος οριενταλιστικός λόγος επιτρέπει στο συγγραφέα να τραβά μια μονοκοντυλιά σε όλες τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις για την κυριάρχηση του νοήματος (συγκρούσεις δηλαδή στο επίπεδο των ιδεών) που τέθηκαν από τα ίδια τα υποκείμενα όχι μόνο των δυτικών κοινωνιών, αλλά και, το κυριότερο, το ρόλο και την ιστορία των αντιαποικιακών κινημάτων. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα της αποικιοκρατίας ή του ιμπεριαλισμού από τη σκοπιά των εκμεταλλευόμενων θεωρείται το λιγότερο άσχετη με το θέμα, εφόσον τα κείμενα τα οποία εξετάζει τα αντιμετωπίζει γενικά και αόριστα ως δείγματα της «ευρωπαϊκής ιδέας για την Ανατολή» (Ορ. 28). Ο λιγότερο σεβάσμιος λόγος των υποτελών θεωρείται όχι μόνο ανίκανος να αντιπαρατεθεί στον αστικό, αλλά και εντελώς ανάξιος αναφοράς. Άλλωστε, ο οριενταλισμός, όπως μας πληροφορεί, διαποτίζει απ’ άκρη σ’ άκρη το «λαϊκό νου» (Ορ., 135, θα επανέλθουμε), οπότε ποιος ο λόγος να ασχοληθεί με αυτόν;
Αν ρίξει πάντως κανείς μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο έχει δομήσει το θεμελιώδες αυτό έργο του, θα κατανοήσει πως ο συγγραφέας βάζει το σύνολο των εξουσιαστικών αυτών λόγων να παίρνουν έναν πολλαπλασιαστικό ρόλο μέσα στην ιστορία. Εν ολίγοις δηλαδή, η κυριαρχία του οριενταλιστικού λόγου αυξάνεται βαθμιαία και κλιμακώνεται πηγαίνοντας από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, διαποτίζοντας το σύνολο των «δυτικών» αντιλήψεων και συμπεριφορών.
Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, ο οριενταλισμός δεν κατανοείται με όρους σύγκρουσης, παρά μόνον με όρους εμμένειας, ως υποβόσκουσας πραγματικότητας σε κάθε λόγο και συμπεριφορά. Όλως παραδόξως, δηλαδή ενώ ο λόγος-εξουσία υπάρχει, δεν υπάρχει καμιά διαμάχη η σύγκρουση γύρω από αυτόν. Ο όρος-χυλός του οριενταλιστικού λόγου-εξουσίας που με τόση ευκολία μπορεί να χρησιμοποιεί ο Σαΐντ είναι που του επιτρέπει να ταυτίζει ζητήματα παραγωγής και χρήσης ιδεολογίας με ζητήματα στερεοτύπων και αναπαραστάσεων. Για να το θέσουμε αλλιώς, ζητήματα ιδεολογίας ή κοινωνικών τάξεων δεν υπάρχουν καν για το συγγραφέα αφού κατά κανένα τρόπο δεν τίθενται στο έργο του. Η ανυπαρξία έτσι οποιασδήποτε διάκρισης μεταξύ της παραγωγής και χρήσης της κυρίαρχης ιδεολογίας από τη μια και στερεοτύπων και κλισέ από την άλλη, καθώς και η απουσία οποιασδήποτε ταξικοκοινωνικής αναφοράς που να αφορά την παραγωγή του κυρίαρχου λόγου, τον οδηγούν στο να κατασκευάζει ένα πλήρως μηχανιστικό μοντέλο στο οποίο τα πάντα παρουσιάζονται σα να κολυμπάνε μέσα στο χιμαιρικό χυλό του οριενταλιστικού λόγου.
Στο σημείο αυτό είναι δυνατό νομίζουμε να γίνει κατανοητό το γιατί, όπως γράφαμε στο προηγούμενο τεύχος, ο οριενταλισμός χρησιμοποιείται εκβιαστικά στην άρθρωση κάθε κριτικής απέναντι στο ισλάμ. Ο εκβιασμός αυτός είναι το αποτέλεσμα της πολύ συγκεκριμένης θεώρησης του εξουσιαστικού λόγου του οριενταλισμού από τον Σαΐντ ως μιας πανταχού παρούσας οντότητας. Αν δηλαδή κάθε λόγος για το ισλάμ είναι a priori δυτικοκεντρικός και οριενταλιτικός, αν κάθε μορφή σχέσης είναι εξουσιαστική ή τέλος πάντων εντός του πλέγματος του οριενταλιστικού λόγου, τότε και κάθε απελευθερωτικός-αντιεξουσιαστικός λόγος που προσπαθεί να μείνει έξω από τις μανιχαϊστικές λογικές που επιτάσσουν την υποτέλεια και τη δουλοπρέπεια σε κάθε μορφής ιδεολογία είναι και αυτός με τη σειρά του εξουσία και οδηγεί αναπόφευκτα στην αναπαραγωγή αυτής της εξουσίας. Προφανώς, η πρόθεση του Σαΐντ δεν είναι αυτή, άλλωστε ούτε ο ίδιος υποστήριξε ποτέ κάτι τέτοιο ρητά, ωστόσο αυτές είναι οι πρακτικές συνέπειες της ίδιας της επιχειρηματολογίας του οριενταλισμού. Η θέση περίπου αυτή άλλωστε, έχει υποστηριχτεί ουκ ολίγες φορές από προοδευτικούς διανοούμενους και φεμινίστριες που προσπαθούν να εκφράσουν μια «κατανοητική» στάση απέναντι στο ισλάμ. Ο Σαΐντ δεν είναι άμοιρος ευθυνών απέναντι σε αυτό. Όσο ζούσε υποστήριξε ρητά και προώθησε ενεργά την κατανοητική θέση απέναντι στη διαφορετικότητα της ανατολίτικης κουλτούρας.
Ειδικότερα, λίγα χρόνια αργότερα όταν θα γράψει το Καλύπτοντας το Ισλάμ και θα προσπαθήσει να θέσει σε εφαρμογή τα θεωρητικά εργαλεία που έχει παρουσιάσει στον Οριενταλισμό δοκιμάζοντάς τα πάνω στο δημοσιογραφικό λόγο θα υποστηρίξει, ασκώντας κριτική στο γνωστό οριενταλιστή B. Lewis, την «ποικιλομορφία της μουσουλμανικής ζωής» απέναντι στην «αντι-ανθρώπινη σχολαστικότητα με την οποία ο ίδιος ο Lewis αποφασίζει ποιοι είναι, τι αισθάνονται και τι επιθυμούν οι μουσουλμάνοι» (Κ.τ.Ι., 40). Η κριτική αποδόμηση εδώ των αναπαραστάσεων σχετικά με αυτό το κάτι που το λένε «Ανατολή», μεταθέτει διαρκώς αυτό το κάτι σε κάτι «άλλο», το οποίο ποτέ δεν ορίζεται, αλλά πάντοτε υπονοείται. Έτσι, ο Σαΐντ μιλά συνεχώς γύρω από αυτό το κάτι, για το τι είπαν και λένε οι άλλοι για αυτό το κάτι, αλλά δεν παίρνει θέση απέναντι σε αυτό το κάτι. Το γιατί είναι προφανές: αν έμπαινε στον κόπο ο Σαΐντ να ορίσει το τι είναι και τι δεν είναι αυτό το κάτι για το οποίο μας μιλά τότε θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως οριενταλιστής. Αναγκαστικά επομένως, εξαντλείται στο να μας βεβαιώνει γενικά και αόριστα για το ότι η ανατολή είναι κάτι «άλλο», κάτι το οποίο δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε γιατί βρίσκεται εκτός της εμβέλειας της δυτικής σκέψης, από το να πάρει συγκεκριμένη θέση σε σχέση με τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα που θέτουν όλοι όσοι αγωνίζονται στις χώρες αυτές εναντίον κάθε μορφής καταπίεσης και χειραγώγησης. Γιατί, αν επιτέλους αποφασίσουμε να αφήσουμε στην άκρη τις υπεκφυγές, περιλαμβάνεται η γυναικεία καταπίεση σε αυτήν την τόσο εξωτική «ποικιλομορφία της μουσουλμανικής ζωής» που υπερασπίζεται ή μήπως αποτελεί μέρος της πολιτισμικής διαφορετικότητας την οποία οφείλουμε να σεβαστούμε; Περιλαμβάνεται ο εθνοφυλετικός στιγματισμός και οι διακρίσεις στη βάση του θρησκευτικού πιστεύω ή μήπως και αυτά αποτελούν στοιχεία του πλουραλισμού της μουσουλμανικής ζωής; Αυτά δεν είναι ερωτήματα στα οποία μπορεί να απαντήσει κανείς παραμένοντας αναδιπλωμένος μέσα στην ασάφεια των σχημάτων του. Και όλα αυτά παρά τη συγκεκριμένη πολιτική υποτίθεται στράτευση του συγγραφέα, στην οποία και θα επανέλθουμε.
Πιο εύκολο αντίθετα είναι για τον καθηγητή Σαΐντ να προσπαθήσει να πείσει πως με την κριτική του εξαρθρώνει από το «υποσυνείδητο του ανθρώπου της Δύσης» (Κ.τ.Ι., 11) τα στερεότυπα εκείνα που εμποδίζουν την πολιτισμική ανταλλαγή μεταξύ των ανθρώπων. Το στερεότυπο εδώ (ο «άνθρωπος της Δύσης») λειτουργεί σαν ακόμα ένας αποδιοπομπαίος τράγος τον οποίο κατασκευάζει ο συγγραφέας προκειμένου να του επιτεθεί. Ο Σαΐντ αναπαράγει, στην πραγματικότητα, εκείνο που σε ρητό επίπεδο διατείνεται πως θέλει να καταρρίψει: την ύπαρξη μιας στερεοτυπικής δυτικής και μιας ανατολικής κουλτούρας. Το παράδοξο που δημιουργείται είναι πως μένοντας πιστός κανείς στη γραμμή επιχειρηματολογίας που έχει χαράξει στον Οριενταλισμό, θα ήταν εύκολο να τον κατηγορήσει κανείς ως οριενταλιστή από την ανάποδη («δυτικιστή»;) από τη στιγμή που αποδέχεται την ύπαρξη ενός «δυτικού ανθρώπου» που παρουσιάζεται αντιστικτικά προς τον «ανατολίτη». Πολύ περισσότερο μάλιστα που ο ανθρωπότυπος του δυτικού αποκτά και ένα συγκεκριμένο βάθος: το υποσυνείδητο!
Τα αποτελέσματα των παραδοχών του λοιπόν μπορούν να γίνουν κατανοητά: η εγκατάλειψη οποιασδήποτε ταξικής αναφοράς οδηγεί τα επιχειρήματά του προς μια ψυχολογίζουσα τροπή. Όπως είδαμε και πριν, έννοιες όπως το «δυτικό υποσυνείδητο» ή ο «λαϊκός νους» χρησιμοποιούνται εκτενώς στα έργα του προκειμένου να καταστήσει περισσότερο πειστικό το γιατί τα στερεότυπα διαποτίζουν όλη την κουλτούρα και καθορίζουν τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Πρόκειται άλλωστε για πολύ διαδεδομένες έννοιες μεταξύ της αριστερής κριτικής, οι οποίες περνάνε στο έργο του Σαΐντ μέσω κυρίως του Αλτουσέρ (Ορ.28). Εκείνο που έχει σημασία είναι πως η όλη εξαντλητική κριτική στην οποία υποβάλλει τις αναπαραστάσεις δεν αποκαλύπτουν τίποτε άλλο πέρα από την ύπαρξη ακόμα ενός στερεοτύπου: εκείνου του cultural idiot. Το «μέσο» δηλαδή άνθρωπο που σα σφουγγάρι έχει εσωτερικεύσει άκριτα και παθητικά τα πανίσχυρα πολιτισμικά προϊόντα, που σε κάθε του δράση και συμπεριφορά παρακινείται από τα συναισθήματα και τα πάθη του και που άρα μιλιέται από τους ήδη υπάρχοντες λόγους-εξουσίας, που καθορίζεται πλήρως από το κοινωνικό-πολιτισμικό περιβάλλον του και που άρα είναι το απλό άθροισμα των κοινωνικών του αναφορών. Είναι γνωστή η μαρξικολενινιστική καταγωγή της θέσης αυτής: ο ρόλος του κριτικού έρχεται την κατάλληλη στιγμή και διαφωτιστικά για να αφυπνίσει συνειδήσεις και να δείξει τον ιστορικό δρόμο που πρέπει να ακολουθηθεί… Δεν υπαινισσόμαστε εδώ κάτι σχετικά με τον ίδιο το Σαΐντ. Πάντοτε είναι χρήσιμο όμως, να γίνονται κατανοητές οι πολιτικές καταβολές των εννοιών που χρησιμοποιούνται.
Για να επανέλθουμε πάντως, ο Σαΐντ θα συνειδητοποιήσει αργότερα κάποια από τα αδιέξοδα των προηγούμενων θέσεών του και έτσι στο Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός θα προσπαθήσει να εκλεπτύνει τα εργαλεία του. Ήδη από τον τίτλο καταλαβαίνει κανείς πως το κέντρο βάρους δε βρίσκεται πλέον αφηρημένα στις δυτικές ιδέες και λόγους περί ανατολής, αλλά αντίθετα πως προσπαθεί να γειώσει τους λόγους αυτούς κοινωνικο-ιστορικά και να τους εντάξει στην εκάστοτε κουλτούρα. Και αυτό δεν είναι το μόνο. Ήδη από την αρχή του βιβλίου του θα παραδεχτεί πως «[σ]τον Οριενταλισμό δεν έθιξα το θέμα της αντίδρασης στην κυριαρχία της Δύσης, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με το μεγάλο αντιαποικιακό κίνημα σε ολόκληρο τον Τρίτο Κόσμο» (Κ.κ.Ι., 9). Ο Σαΐντ θα ανακαλύψει, σε θεωρητικό επίπεδο τουλάχιστον, τις κοινωνίες των αυτοχθόνων και τα αντιαποικιακά κινήματα και, ως εκ τούτου, θα επιχειρήσει να λάβει υπόψη του ό,τι στον Οριενταλισμό είχε αποκλείσει. Η απόσταση που παίρνει μάλιστα από το αρχικό του έργο θα τον οδηγήσουν να προειδοποιήσει τον αναγνώστη πως το Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός δεν αποτελεί «απλώς μια αυτοτελή συνέχεια του Οριενταλισμού, αλλά μια απόπειρα για κάτι διαφορετικό» (Κ.κ.Ι., 10). Τα πράγματα όμως δεν είναι όσο απλά φαίνονται.
Παρόλο που διατυπώνει ρητά τις αποστάσεις του απέναντι στη μεθοδολογία που ακολούθησε στον Οριενταλισμό, παρόλο που θα αφήσει στην άκρη τον Φουκώ, προσεγγίζοντας περισσότερο τον Williams, παρόλο που θα προσπαθήσει να εξετάσει προσεκτικότερα τη σχέση μεταξύ του κοινωνικο-ιστορικού πλαισίου και των υπό εξέταση κειμένων, παρόλο που θα καταγράψει τις διαφορές του οριενταλιστικού λόγου μεταξύ της γαλλικής και της βρετανικής αποικιοκρατίας, παρόλο που θα εξετάσει τον αντι-αποικιακό λόγο των αυτοχθόνων, παρόλα αυτά οι βασικές παραδοχές της επιχειρηματολογίας του παραμένουν στην ουσία οι ίδιες. Για παράδειγμα αν και γνωρίζει πολύ καλά πως οι έννοιες «της τρομοκρατίας και του φονταμενταλισμού» ήταν εκείνες που «πήγασαν αποκλειστικά από τα ενδιαφέροντα και τα διανοητικά εργαστήρια μητροπολιτικών κέντρων όπως η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο» (Κ.κ.Ι., 348), ωστόσο επιμένει να τις θεωρεί μέρος, γενικά και ασαφώς, των δυτικών αναπαραστάσεων για την ανατολή. Ούτε όμως και σε κανένα σημείο θα αμφισβητήσει την προτεραιότητα του ρόλου της κουλτούρας και την παντοδυναμία της εσωτερίκευσης των στερεοτύπων (Κ.κ.Ι., 361).
Υπάρχει μια πληθώρα σημείων, σε όλο του το βιβλίο, που δείχνουν ότι ο συγγραφέας έμεινε αμετακίνητος από την ουσία των αρχικών του θέσεων. Από το να εξετάσουμε τα σημεία αυτά ένα προς ένα όμως, περισσότερο αναγκαίο είναι να επικεντρωθούμε τώρα στις πολιτικές συνέπειες του έργου του. Να σημειώσουμε προηγουμένως πως στο βιβλίο του δείχνει να παραπονιέται για τις πολιτικές συνέπειες θέσεων τις οποίες ο ίδιος πρωτύτερα είχε εισάγει. Για παράδειγμα θα κατηγορήσει το Φουκώ ότι η μεθοδολογία του «παρεκκλίνει της πολιτικής» (Κ.κ.Ι., 315) και πως αυτός «δείχνει ουσιαστικά να απεικονίζει μια ακαταμάχητη αποικιστική δύναμη που παραδόξως ενισχύει το κύρος τόσο του μοναχικού μεμονωμένου μελετητή όσο και του συστήματος που τον περιλαμβάνει» (Κ.κ.Ι., 314, και για την αποδόμηση, 215). Μήπως η κατηγορία αυτή δε θυμίζει κάτι από το συγγραφέα του Οριενταλισμού;
Σε αυτές τις θεωρητικές παραδοχές λοιπόν, ο Σαΐντ θα στηρίξει την πολιτική του θέση περί ενός ανεκτικού πολυπολιτισμού απέναντι τόσο στον εθνικισμό όσο και τον αυτοχθονισμό: «οπωσδήποτε ο αυτοχθονισμός δεν είναι η μόνη εναλλακτική λύση. Υπάρχει η δυνατότητα ενός πιο γενναιόδωρου και πλουραλιστικού οράματος του κόσμου» (Κ.κ.Ι., 266). «Το ότι πολλοί εθνικιστές μερικές φορές είναι είτε πιο καταπιεστικοί είτε αυτοκριτικοί πνευματικά από άλλους είναι σαφές, αλλά η δική μου θέση είναι ότι, στην καλύτερη εκδοχή της, η εθνικιστική αντίσταση στον ιμπεριαλισμό πάντοτε έβλεπε κριτικά τον εαυτό της» και αναφερόμενος στο παράδειγμα του Σ.Λ.Ρ. Τζέημς αναφέρει: «υπέρμαχος για πολλά χρόνια του μαύρου εθνικισμού, πάντοτε μετρίαζε την υπεράσπισή του [εν. του εθνικισμού] με αποκηρύξεις και υπενθυμίσεις ότι όπως ακριβώς δεν αρκούσαν οι διακηρύξεις της εθνικής ιδιαιτερότητας, δεν αρκούσε η αλληλεγγύη χωρίς κριτική (Κ.κ.Ι., 254-255). Ξέρουμε καλά πως ένας τέτοιου είδους ανθρωπισμός δεν απέχει και πολύ από το να λειτουργεί απολογητικά απέναντι στα κεκτημένα του ιμπεριαλισμού, ενώ από την άλλη η θέση του περί ανεκτικού πολυπολιτισμού που υποτίθεται πως προάγει τις συναντήσεις μεταξύ των πολιτισμών δεν κάνει τίποτα άλλο από το να νομιμοποιεί και να διαιωνίζει όλες τις διαιρέσεις και τους διαχωρισμούς που η ίδια αυτή διαδικασία ιστορικά έχει προκαλέσει. Γιατί είναι γνωστό πως ο εθνικισμός που κοιτάζεται με κριτικό βλέμμα στον καθρέφτη δεν μπορεί παρά να γίνει κοσμοπολίτικος…
Οι αφετηριακές παραδοχές της θεωρητικής κατασκευής του Σαΐντ δεν είναι επομένως καθόλου άσχετες με την πολιτική του τοποθέτηση. Το αντίθετο. Αρκεί να δει κανείς με πόση γελοιότητα οι προϋποθέσεις αυτές βραχυκυκλώνουν το σύνολο της αντίληψης που έχει για την πραγματικότητα. Σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε αμέσως μετά το θάνατό του, το 2003, θα καταφέρει να πει πως ακόμα και ο ίδιος ο πόλεμος του Ιράκ δε θα είχε ξεσπάσει αν δεν υπήρχαν κάποια «κακά» οριενταλιστικά στερεότυπα εναντίον των «άλλων». Αντιγράφουμε: «χωρίς αυτήν την εντύπωση που επιμελώς συντηρείται ότι δηλαδή αυτές οι απομακρυσμένες φυλές δεν είναι όπως «εμείς» και δεν αποδέχονται τις «δικές μας» αξίες, κλισέ τα οποία αποτελούν και την ουσία του οριενταλιστικού δόγματος, ο πόλεμος [εν. του Ιράκ] δε θα μπορούσε να έχει ξεσπάσει» («Ουμ.»). Να λοιπόν πώς τα κλισέ και οι αναπαραστάσεις καθιστούν αόρατα τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και την εκμεταλλευτική καπιταλιστική συνθήκη.
Με τις παραδοχές λοιπόν αυτές να οδηγούν σε τέτοια σύγχυση τον υψιπετή μας θεωρητικό καταλαβαίνετε γιατί δε χρειάζεται να εξετάσουμε περαιτέρω την «ουμανιστική» του πολιτική στράτευση. Γιατί οι ηθικολογίες ευαίσθητων ουμανιστών και ανεκτικών κοσμοπολιτών (βλ. και την αρθρογραφία του για το παλαιστινιακό στο Ζ magazine) δεν έκαναν ποτέ τίποτε άλλο στην ιστορία πέρα από το να αποκρύπτουν, νομιμοποιώντας, τον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο (εμφανιζόμενο με θρησκευτικό μανδύα ή χωρίς) εναντίον των εκμεταλλευομένων που με τόση σφοδρότητα διεξάγεται σε πολλά σημεία αυτού του πλανήτη και δη στη Μέση Ανατολή.

Τεύχος Πέμπτο - Η Βία η Μαμή και η Ιστορία

«Αυ­τή την φο­ρά θα το κά­νω μό­νη μου, κα­θι­σμέ­νη ο­κλα­δόν σε μια πα­λιά ε­φη­με­ρί­δα, σε μια μο­να­χι­κή γω­νιά. Ή στα φύλ­λα, στα ξε­ρά φύλ­λα, σ’ έ­να σω­ρό από αυ­τά· έ­τσι εί­ναι πιο κα­θα­ρά. Το μω­ρό θα γλι­στρή­σει έ­ξω εύ­κο­λα σαν έ­να αυ­γό, σαν έ­να γα­τά­κι. Θα το γλεί­ψω, θα δα­γκώ­σω το ομ­φά­λιο λώ­ρο, το αί­μα θα ε­πι­στρέ­ψει στην γη που α­νή­κει, το φεγγά­ρι θα εί­ναι γε­μά­το, α­πο­τρα­βηγ­μέ­νο. Το πρω­ί θα μπο­ρέ­σω να το δω: θα το κα­λύ­πτει μια λα­μπε­ρή γού­να, πλά­σμα θε­ϊ­κό, που δεν θα του δι­δά­ξω πο­τέ ού­τε μια λέξη.»
Margaret Atwood, «Surfacing»

«Τα κα­νο­νι­κά παι­διά, γεν­νιού­νται κα­νο­νι­κά...»
Τρύ­πες, φυ­σι­κά…

Εί­ναι ά­ξιο α­πο­ρί­ας για ποιο λό­γο φαι­νό­με­να ό­πως η μη­τρό­τη­τα, η ι­διό­τη­τα της γυ­ναί­κας να δί­νει ζω­ή και ο το­κετός, η δια­δι­κα­σί­α της γέν­νας ε­νός παι­διού, γίνονται σή­με­ρα πο­λύ λί­γο ή κα­θό­λου, πε­δί­ο ε­πε­ξερ­γα­σί­ας α­ντα­γω­νι­στι­κής σκέ­ψης α­πό τα υ­πο­κεί­με­να της αμ­φι­σβή­τη­σης και δη α­πό τα γυ­ναι­κεί­α, αυ­τά που κα­νο­νι­κά (θα έ­πρε­πε) να αφο­ρά ά­με­σα. Μια πι­θα­νή ε­ξή­γη­ση -πέ­ρα α­πό την δια­πί­στω­ση της γε­νι­κό­τε­ρης πα­ρακ­μής του γυναι­κεί­ου κι­νή­μα­τος χει­ρα­φέ­τη­σης, πράγ­μα που εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα την α­ντί­στοι­χη πα­ρακ­μή του α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού λόγου των γυ­ναι­κών -μια ε­ξή­γη­ση που έλ­κει την κα­τα­γω­γή της α­πό την ε­μπει­ρι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση του «χώ­ρου» στην Ελ­λά­δα- θα πρό­τει­νε σαν αι­τί­α την α­μη­χα­νί­α που προ­κα­λεί το φαι­νό­με­νο στις γυ­ναί­κες του «χώ­ρου». Η γέν­νη­ση ενός παι­διού έ­χει συν­δυα­στεί με την δη­μιουρ­γί­α οι­κο­γέ­νειας, δη­λα­δή με την κα­νο­νι­κό­τη­τα της ζω­ής στην ση­με­ρι­νή κοι­νω­νί­α, ο­πό­τε η άρ­νη­ση της τεκνο­ποί­η­σης, προ­σλαμ­βά­νε­ται με ό­ρους α­ντι­θε­σμι­κής στά­σης, με ό­ρους α­ντί­στα­σης. Η λο­γι­κή εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά α­πλή: το παι­δί εί­ναι συμ­βι­βα­σμός, εί­ναι οι­κο­γέ­νεια, εί­ναι με­τά­νοια, εί­ναι πα­ραί­τη­ση. Ο λό­γος που δεν βλέ­που­με πολ­λές μη­τέ­ρες στο χώ­ρο της αμ­φι­σβή­τη­σης, ε­νώ βλέ­που­με πολλές μη­τέ­ρες που ή­ταν κά­πο­τε σε αυ­τό το χώ­ρο, σε με­γά­λο βαθ­μό εί­ναι αυ­τός. Ο λό­γος που το κεί­με­νο που ακο­λου­θεί υ­πο­γρά­φε­ται α­πό άν­δρες, πι­θα­νόν να εί­ναι ο ί­διος. Πά­ντως η συ­γκε­κρι­μέ­νη ει­σα­γω­γή δεν σκο­πεύ­ει να δώ­σει πει­στική α­πά­ντη­ση στην α­πο­ρί­α που ε­ξέ­φρα­σε, όπως δεν σκο­πεύ­ει να ζη­τή­σει συγ­χω­ροχάρ­τι για τις α­πό­ψεις που θα κα­τα­τε­θούν στην συ­νέ­χεια. Α­πλά ο­φεί­λει να ε­πι­ση­μά­νει μια ο­ρι­σμέ­νη προ­κα­τά­λη­ψη τους.
Το φαι­νό­με­νο του το­κε­τού, η γέν­να δη­λα­δή, ε­πι­δέ­χε­ται α­να­γνώ­σεις σε πολ­λά και δια­φο­ρε­τι­κά ε­πί­πε­δα. Για πα­ρά­δειγ­μα στο αν­θρω­πο­λογι­κό ε­πίπε­δο (πως προ­σλαμ­βά­νε­ται α­πό τους διά­φο­ρους πολι­τι­σμούς η γέν­να ε­νός παι­διού), στο α­το­μι­κό ε­πί­πε­δο (ως βιω­μέ­νη ε­μπει­ρί­α α­πό την γυ­ναί­κα), στο ε­πι­στη­μο­νι­κό ε­πί­πε­δο (πως α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται α­πό τους για­τρούς σαν ε­πι­στη­μο­νι­κό φαι­νό­με­νο), στο ε­πίπε­δο του κοι­νω­νι­κού α­ντα­γωνι­σμού. Ας υ­πο­θέ­σου­με ό­τι υπάρ­χει έ­νας γε­ω­με­τρι­κός τό­πος σημεί­ων που ο­ρί­ζει έ­να νέ­ο ε­πί­πε­δο, το ο­ποί­ο τέ­μνει ό­λα τα ε­πι­μέ­ρους, κα­θο­ρί­ζο­ντας με αυ­τόν τον τρό­πο μια ε­νό­τη­τα των δια­φο­ρε­τι­κών α­να­γνώ­σε­ων του φαι­νο­μέ­νου· αυ­τός ο τό­πος εί­ναι η δια­χεί­ρι­ση του γυ­ναικεί­ου υ­πο­κει­μέ­νου και του σώ­μα­τος του, η δια­χεί­ρι­ση του αν­θρώ­που που γεν­νά. Αυ­τό πά­ει να πει: ποιος εί­ναι το α­φε­ντι­κό στην δια­δι­κα­σί­α της γέν­νας, ποιος έ­χει ο­ρι­στεί να α­πο­φα­σί­ζει δη­λαδή και ποιες δια­δι­κα­σί­ες ο­ρί­ζουν το πλέγ­μα σχέ­σε­ων αυ­τής της συν­θή­κης· τελικά τι ση­μα­σί­α α­πο­κτούν όλα αυ­τά στο ση­με­ρι­νό κοι­νω­νι­κό-ι­στο­ρι­κό πλαί­σιο.
Λέ­με δια­χεί­ρι­ση του γυ­ναι­κεί­ου υ­πο­κει­μένου και εν­νο­ού­με μια σχέ­ση κοι­νω­νι­κή, μια σχέ­ση που ο­ρί­ζε­ται τό­σο α­πό τα δύ­ο μέ­ρη της δη­λα­δή α­πό τον κάτο­χο της ε­ξει­δι­κευ­μέ­νης γνώ­σης/κα­τάρ­τισης σχε­τι­κά με την γέν­να α­πό την μια πλευ­ρά (δη­λα­δή τον ε­ξειδι­κευ­μέ­νο για­τρό σε πρώ­το ε­πί­πε­δο) και α­πό την έ­γκυο γυ­ναί­κα α­πό την άλλη, ό­σο και α­πό την κοι­νω­νι­κό-ι­στο­ρι­κή συν­θή­κη εντός της ο­ποί­ας λαμ­βά­νει αυ­τή χώ­ρα και η ο­ποί­α δί­νει συ­γκε­κρι­μέ­νο νό­η­μα σε αυτή την σχέ­ση1. Μια σχέ­ση ω­στό­σο ευ­ρύ­τε­ρη α­πό την σχέ­ση για­τρού/α­σθε­νούς, α­φού συμμε­τέ­χουν σε αυ­τοί πε­ρισ­σό­τε­ροι συ­ντε­λε­στές, η μαί­α εί­ναι ο κυ­ριό­τε­ρος α­πό αυ­τούς. Λέ­με δια­χεί­ρι­ση του γυ­ναι­κεί­ου υ­πο­κεί­με­νου και εννο­ού­με μια σχέ­ση α­ντα­γω­νι­στι­κή α­νά­με­σα στο υπο­κεί­με­νο που γεν­νά και στο υ­πο­κεί­με­νο που εί­ναι νό­μι­μα ε­πι­φορ­τι­σμέ­νο με την δια­χεί­ρι­ση της δια­δι­κα­σί­ας της γέν­νας, μια σχέ­ση κα­τά την ο­ποί­α το πρώ­το υ­πο­κεί­με­νο εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νο να ε­κτε­λεί τις ε­ντο­λές του τε­λευ­ταί­ου (έ­χο­ντας κα­θό­λου ή σχε­δόν κα­θό­λου λό­γο ε­πί της κα­τά­στα­σης του), και μά­λι­στα να έ­χει δώ­σει την έγ­γρα­φη συ­γκα­τά­θε­ση του για την χρή­ση κά­θε μέ­σου που θα α­παι­τη­θεί για την πε­ρά­τω­ση με α­σφά­λεια αυ­τής της δια­δι­κα­σί­ας. Α­πό αυ­τήν την συν­θή­κη του δια­χω­ρι­σμού με­τα­ξύ αυ­τής που ο­φεί­λει να ε­κτελεί τις ια­τρικές (ή μαιευ­τι­κές ε­ντο­λές) κα­τά την διάρ­κεια της γέν­νη­σης του παι­διού της (που ο­φεί­λει δη­λα­δή να αρ­νη­θεί τον αυ­το­κα­θο­ρι­σμό της), και αυ­τού, ή αυ­τής, που δί­νει αυ­τές τις ε­ντο­λές, δια­μορ­φώ­νε­ται (εν μέ­ρει) ι­στο­ρικά η α­ντα­γω­νι­στι­κή φύ­ση αυ­τής της σχέσης.
Εν μέ­ρει, ε­πει­δή το κέ­ντρο ε­στί­α­σης του α­ντα­γω­νι­σμού ήταν δια­φο­ρε­τι­κό κά­θε φο­ρά ανά­λο­γα με το υ­πάρ­χον κοι­νω­νι­κό-ι­στο­ρι­κό πλαίσιο. Για πα­ρά­δειγ­μα το φε­μι­νι­στι­κό κί­νη­μα των δε­κα­ε­τιών ‘60 και ‘70 και ει­δι­κά οι πιο ρι­ζο­σπα­στι­κές πτέ­ρυ­γες του, ε­πι­κε­ντρώ­θηκαν στην πα­τριαρ­χι­κή φύ­ση αυ­τής της σχέ­σης και θέ­λη­σαν να την ξε­πε­ρά­σουν δια­λε­κτι­κά δη­μιουρ­γώ­ντας α­ντί-ιατρι­κούς θε­σμούς, ε­ντός των ο­ποί­ων οι ί­διες οι γυ­ναί­κες έ­παιρ­ναν την υ­γεί­α τους στα χέ­ρια τους, ε­νά­ντια στις προ­στα­γές της αν­δρο­κρα­τού­με­νης γυ­ναι­κο­λο­γί­ας. Εί­χαν προ­η­γη­θεί κι­νή­μα­τα ε­ντός του υ­γειο­νο­μι­κού θε­σμού (μαιών και για­τρών) στις αρ­χές του ει­κο­στού αιώ­να, τό­τε που δια­μορ­φώ­θη­κε η μαιευ­τι­κή στα βα­σι­κά της ση­μεί­α, όπως την γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα, που έ­θε­ταν το ζή­τη­μα της ιατρι­κο­ποί­η­σης του το­κε­τού εν­νο­ώ­ντας με αυ­τό την πλή­ρη επι­στη­μο­νι­κο­ποί­η­ση/ τε­χνο­λογι­κο­ποί­η­ση του φαι­νο­μέ­νου α­πό την ια­τρι­κή συ­ντε­χνί­α, μέ­σω της ει­σα­γω­γής μηχα­νη­μά­των και τε­χνι­κών πα­ρα­τή­ρη­σης και ε­λέγχου της ε­πι­τό­κου γυ­ναί­κας. Αυ­τά τα κι­νή­μα­τα, που πή­ραν μια πιο α­νε­πτυγ­μέ­νη μορ­φή στην Βρε­τα­νί­α, ευαγ­γε­λίζο­νταν μια ε­πι­στρο­φή στον φυ­σιο­λο­γι­κό το­κε­τό. Αρ­γό­τε­ρα α­να­πτύ­χθη­καν πει­ρά­μα­τα πά­λι ε­ντός του ια­τρι­κού θε­σμού, που αμ­φι­σβή­τη­σαν έ­μπρακτα ό­λες τις κυ­ρί­αρ­χες τε­χνι­κές/πρα­κτι­κές το­κετού (ερ­γα­στη­ρια­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση, τε­χνο­λο­γι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση, μαιευ­τι­κή α­ναι­σθησί­α, ψυ­χο­προ­φυ­λα­κτι­κή μέ­θο­δος, κ.α.) και ει­δι­κά την α­νε­ξέ­λε­γκτη χρή­ση της και­σα­ρι­κής το­μής, ό­πως και την μαιευ­τι­κή/ια­τρι­κή πα­ρέμ­βα­ση, στα πλαί­σια των α­πό­ψε­ων του Ι­βάν Ί­λιτς. Τέ­λος ε­ξί­σου ση­μα­ντι­κή, αν και εκ­φρασμέ­νη σε α­το­μι­κό ε­πί­πε­δο, εί­ναι η α­ντί­στα­ση χιλιά­δων γυ­ναι­κών, στις ε­πι­διώξεις των για­τρών και στην κα­νο­νι­κό­τη­τα της δια­δι­κα­σί­ας του το­κε­τού που αυ­τοί ε­πι­βάλ­λουν, αλ­λά α­κό­μα και στην ε­μπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση μιας α­το­μι­κής γυ­ναι­κεί­ας ε­μπει­ρί­ας, ό­πως έ­χει α­να­δει­χθεί α­πό ε­μπει­ρι­κά δε­δο­μέ­να ε­ρευ­νών και ερ­γα­σιών των φε­μι­νι­στριών στην καρ­διά των α­να­πτυγ­μέ­νων χω­ρών της δύσης.
Για να γί­νει κα­τα­νο­η­τή η πρό­σλη­ψη του το­κε­τού α­πό τις γυ­ναί­κες και α­πό τους άν­δρες και οι α­νά­γκες που γέν­νη­σαν τα φαι­νό­με­να α­ντί­στα­σης, θα πρέπει να πα­ρου­σια­στεί σε γε­νι­κές γραμ­μές το φαι­νό­με­νο και οι εκ­δη­λώ­σεις του.
Υ­πάρ­χει μια τυ­πι­κή α­να­πα­ρά­στα­ση της γέν­νας στα μυα­λά των πε­ρισ­σό­τε­ρων αν­θρώπων, αν­δρών ή γυ­ναι­κών, μη­τέ­ρων ή μη, που ζουν σή­με­ρα ό­πως και ‘μεις στο βό­ρειο η­μι­σφαί­ριο του πλα­νή­τη. Εί­ναι το α­να­με­νό­με­νο α­πο­τέ­λε­σμα μιας κα­τά­στα­σης που ακο­λου­θεί την «φυ­σιο­λο­γι­κή» ε­ξέ­λι­ξη της ε­γκυ­μο­σύ­νης. Η έ­γκυος ό­ταν α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­τι έ­χουν αρ­χίσει οι πό­νοι του το­κε­τού με­τα­φέ­ρε­ται στο μαιευτή­ριο στο ο­ποί­ο παρα­κο­λου­θούταν η ε­γκυμο­σύ­νη της και ε­κεί με την βο­ή­θεια ε­ξει­δι­κευ­μέ­νου προ­σω­πι­κού (για­τροί, μαί­ες), γεν­νά­ει, σε έ­να χρο­νι­κό διά­στημα που ε­ξαρ­τά­ται α­πό την πρό­ο­δο της ε­ξέ­λι­ξης της γέν­νας, και που μπο­ρεί να εί­ναι α­πό με­ρι­κά λε­πτά της ώ­ρας, ως και δώ­δε­κα ώ­ρες πε­ρί­που. Αν τα πράγ­μα­τα πά­νε κα­λά, δη­λα­δή αν το παι­δί «κα­τε­βαί­νει» με το κε­φά­λι α­πό τον κόλ­πο της μη­τέ­ρας και αν η μη­τέ­ρα δεν α­ντι­με­τω­πί­ζει κά­ποιο πρό­βλη­μα υ­γεί­ας, τό­τε γεν­νά­ει «φυ­σιο­λο­γι­κά» με τους α­πα­ραί­τη­τους πε­ριο­δι­κούς πό­νους, που λί­γο πριν βγει το παι­δί α­πο­κτούν με­γα­λύτε­ρη έ­ντα­ση και συ­στη­μα­τι­κό­τη­τα. Αν για διά­φο­ρους λό­γους υ­πάρ­χει κά­ποιο πρό­βλημα στην ε­ξέ­λι­ξη του το­κε­τού, το μω­ρό «θα βγει» με και­σα­ρι­κή το­μή, μια εγ­χεί­ρη­ση στην διάρ­κεια της ο­ποί­ας τέ­μνε­ται η μή­τρα της γυ­ναί­κας δια­μέ­σου της κοι­λιάς της και ο μαιευ­τή­ρας πιά­νει το παι­δί και το βγά­ζει έ­ξω. Δύ­ο- τρεις μέ­ρες με­τά και ε­φό­σον ό­λα ε­ξε­λι­χθούν κα­λά, η γυ­ναί­κα και το μω­ρό θα βγουν α­πό το μαιευ­τή­ριο και θα πά­νε σπί­τι τους. Βρί­σκει κά­ποιος κά­τι «κα­κό» σε ό­λα αυ­τά;
Έ­χει ε­ξαι­ρε­τι­κό εν­δια­φέ­ρον το γε­γο­νός ό­τι αυ­τή η κοι­νω­νι­κή α­να­πα­ρά­σταση του το­κε­τού α­ντα­πο­κρί­νε­ται ε­λά­χι­στα στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αν κά­ποιος ρί­ξει μια μα­τιά στην ια­τρι­κή βι­βλιο­γρα­φί­α θα δια­πι­στώ­σει ό­τι το 95% των το­κε­τών σή­με­ρα, δη­λα­δή των 95% των μω­ρών που γεν­νιού­νται στις κλι­νι­κές (δη­μό­σιες ή μη, στις πε­ρισ­σό­τε­ρες χώ­ρες του δυ­τι­κού κόσμου) υ­φί­στα­νται κά­ποια ια­τρι­κή πα­ρέμβα­ση, και είναι ως εκ τού­του μη-φυ­σιο­λο­γι­κοί. Για να το πού­με αλ­λιώς, η έν­νοια φυ­σιο­λο­γι­κός το­κε­τός, δη­λα­δή γέν­να ε­νός παι­διού με μη- προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο τρό­πο και χω­ρίς φαρ­μα­κευτι­κή υ­πο­βο­ή­θη­ση (του­λά­χι­στον), εί­ναι έ­να φαι­νό­με­νο ε­ξαι­ρε­τι­κά σπά­νιο, που συμ­βαί­νει μό­νο στην πε­ρί­πτω­ση που η ε­πί­το­κος γυ­ναί­κα προ­σέλ­θει στο μαιευ­τή­ριο, α­φού ήδη έ­χει ε­ξε­λι­χθεί το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του το­κε­τού της. Α­ντί­θε­τα αυ­τό που συμ­βαί­νει κα­τά κύ­ριο λό­γο εί­ναι είτε ο προ­γραμ­μα­τι­σμός του το­κε­τού α­πό πριν (αυ­τό λέ­γε­ται προ­κλη­τός-induced-το­κε­τός στην ια­τρι­κή ο­ρο­λο­γία), εί­τε η γυ­ναί­κα να προ­σέλ­θει «αυ­θόρ­μη­τα» με­ρι­κές ώ­ρες πριν την α­να­με­νό­με­νη η­με­ρο­μη­νί­α γέν­νη­σης, ο­πό­τε θα υ­πο­βο­η­θη­θεί φαρ­μα­κευ­τι­κά και τε­χνικά2 για να γεν­νή­σει, εί­τε η χο­ρήγη­ση α­ναι­σθη­σί­ας στην γυ­ναί­κα με­τά α­πό ε­πι­θυ­μί­α της για να μην πο­νά­ει στην διάρ­κεια της ε­ξέ­λι­ξης του το­κε­τού, εί­τε βέ­βαια η δια­δι­κα­σί­α της και­σα­ρι­κής το­μής που κα­τα­λαμ­βά­νει στην Ελ­λά­δα το 40-50%3 του συ­νό­λου των το­κε­τών που ε­κτελού­νται στα δη­μό­σια νο­σο­κο­μεί­α (και οι ο­ποί­ες υ­πο­τί­θε­ται ό­τι έ­χουν συ­γκε­κρι­μένες εν­δεί­ξεις για να ε­κτε­λε­στούν), έ­να (μι­κρό) πο­σοστό α­πό τις ο­ποί­ες α­πο­τε­λεί ε­πι­θυ­μί­α της ί­διας της ε­γκύ­ου γυ­ναί­κας.
Η ί­δια η δια­δι­κα­σί­α της γέν­νας εί­ναι σχε­δια­σμέ­νη με τέ­τοιο τρό­πο ώ­στε να α­πο­τε­λεί ορ­γα­νι­κό μέ­ρος της βιο­μη­χα­νί­ας του το­κε­τού: έ­λεγ­χος και παρα­κο­λού­θη­ση με την βο­ή­θεια μη­χα­νη­μάτων, ορ­γά­νω­ση με την συμ­βο­λή του προ­σω­πι­κού, τα­χύ­τη­τα με την βο­ή­θεια φαρ­μά­κων και βέ­βαια κέρ­δος για τους για­τρούς (αλ­λά ό­χι μό­νο), α­νά­λο­γα με το εί­δος της ια­τρι­κής πα­ρέμ­βα­σης. Με άλ­λες λέ­ξεις: υ­πα­γω­γή της ανα­πα­ρα­γω­γής στο κε­φα­λαιο­κρατι­κό/ε­ξου­σια­στι­κό σύ­στη­μα και στους κα­νό­νες που το διέ­πουν ως συ­γκροτη­μέ­νη κοι­νω­νι­κή ορ­γά­νω­ση.
Σε αυ­τό το δυ­να­μι­κό πε­δί­ο που εί­ναι ή­δη ε­παρ­κές για την γέν­νη­ση α­νταγω­νι­στι­κών δυ­νά­με­ων α­ντί­θε­της φο­ράς α­πό τις προ­σταγές της κυ­ρί­αρ­χης δύ­να­μης του, υπάρ­χουν γωνί­ες υ­πο­φω­τι­σμέ­νες, που ω­στό­σο δια­τη­ρούν α­κέ­ραι­η την ση­μα­ντι­κό­τη­τα τους. Η ε­ξο­ρί­α της βιω­μέ­νης ε­μπει­ρί­ας του το­κε­τού α­πό την ί­δια την γυ­ναί­κα-μη­τέ­ρα εί­ναι η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη α­πό αυ­τές. Η βιο­μη­χα­νι­κή πα­ρα­γω­γή εί­ναι μα­ζι­κή πα­ρα­γω­γή. Η βιο­μη­χα­νο­ποί­η­ση της γυναικεί­ας α­να­πα­ρα­γω­γής εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νη να εν­σω­μα­τώ­σει τον κα­νό­να της μα­ζικό­τη­τας. Σε αυ­τές τις συν­θή­κες η γυ­ναίκα ο­φεί­λει να α­ντι­κει­με­νο­ποι­η­θεί4, να γίνει μέ­σο α­να­πα­ρα­γω­γής. Ο φό­βος α­πό την πρω­τό­γνω­ρη ε­μπει­ρί­α που θα κλη­θεί να α­ντι­με­τω­πί­σει, τα πα­γω­μέ­να καλώ­δια και συ­σκευές και κα­θε­τή­ρες στο γυ­μνό σώ­μα, οι φω­νές των άλ­λων γυ­ναικών α­πό τα δι­πλα­νά δω­μά­τια του μαιευ­τηρί­ου, οι ε­πι­τα­κτι­κές ε­ντο­λές των για­τρών και των μαιών, «η ε­πι­στη­μο­νι­κή πε­ριέρ­γεια» των εκ­παι­δευό­με­νων φοι­τη­τών, η α­νά­γκη να τε­λειώ­νει γρή­γο­ρα προκει­μέ­νου να μην μπει στην δια­δι­κα­σί­α της και­σα­ρικής το­μής, οι ί­διοι οι πό­νοι του τοκε­τού, το φα­νε­ρό άγ­χος του προ­σω­πι­κού να ξε­μπερ­δεύ­ει με την πε­ρί­πτω­ση της, ό­λα αυ­τά συ­νι­στούν του­λά­χι­στον αλ­λο­τρί­ω­ση της ε­μπει­ρί­ας του το­κε­τού ή μάλ­λον α­παλ­λο­τρί­ω­ση α­πό την ια­τρι­κή και κοι­νω­νι­κή ε­ξου­σί­α μιας ε­μπει­ρί­ας που βιω­νό­ταν με άλ­λο τρό­πο σε δια­φορε­τι­κά πο­λι­τι­σμι­κά πλαί­σια.
Πα­ρα­τη­ρώ­ντας το ί­διο φαι­νό­με­νο μέ­σα α­πό μια αν­θρω­πο­λο­γι­κή ο­πτι­κή θα κα­τα­λά­βου­με την δια­φο­ρά. Αρ­χι­κά θα μεί­νου­με έκ­πλη­κτοι μπρο­στά στον πλού­το των πρα­κτι­κών και των γνώ­σε­ων που α­νέ­πτυ­ξαν μέ­σα στην ι­στο­ρί­α δια­φορε­τι­κοί αν­θρώ­πι­νοι πο­λι­τι­σμοί ε­νώ­πιον αυ­τού του φαι­νο­μέ­νου. Έ­να φαι­νό­με­νο συ­χνό, καθη­με­ρι­νό, συ­νη­θι­σμέ­νο και ό­μως δρα­μα­τικό τό­σο για την γυ­ναι­κεί­α φύ­ση (με βιο­λο­γι­κούς και ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κούς ό­ρους), ό­σο και για την κοι­νό­τη­τα (με πο­λι­τι­σμι­κούς ό­ρους), έ­να φαι­νό­με­νο που με βά­ση τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του πρέ­πει να το συλ­λά­βου­με κυ­ριο­λε­κτι­κά ως μέ­ρος της τε­χνο­γνω­σί­ας ε­πι­βί­ω­σης του κά­θε πο­λι­τι­σμού. Τε­χνο­γνω­σί­α ε­πι­βί­ω­σης που δεν πε­ρι­στέλ­λε­ται επ’ ου­δενί στην τε­χνι­κή κα­τάρ­τι­ση που α­παι­τεί­ται για την υ­πο­βο­ήθη­ση της ε­ξό­δου ε­νός εμ­βρύ­ου α­πό έ­να σω­λή­να (έ­στω γεν­νη­τι­κό, έ­τσι ορί­ζει τον το­κε­τό η δυ­τι­κή ια­τρι­κή), αλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο -πράγ­μα που α­πο­δει­κνύ­ει την ο­λι­κό­τη­τα του το­κε­τού ως φαι­νό­με­νο- στο τε­λε­τουρ­γι­κό της δια­δι­κα­σί­ας έ­λευ­σης μιας νέ­ας ζω­ής στον κό­σμο. Τε­λε­τουρ­γικό που μπο­ρεί να πε­ρι­λαμ­βά­νει για πα­ράδειγ­μα την πα­ρέμ­βα­ση του σα­μά­νου που στη­ρί­ζει ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κά την γυ­ναί­κα στην διάρ­κεια της γέν­νας α­παγ­γέλ­λο­ντας μύ­θους της κοι­νό­τη­τας, ό­πως συμ­βαί­νει σε διά­φο­ρες ιν­διά­νι­κες φυ­λές. Αυ­τό εν­νο­ού­με λέ­γοντας βιω­μέ­νη ε­μπει­ρία. Που ε­μπε­ριέ­χει σαν βα­σι­κό της συ­στα­τι­κό την βί­ω­ση του πό­νου του το­κε­τού.
Έ­χουν ειπω­θεί και γρα­φτεί πολ­λά ει­δι­κά για το ζή­τη­μα του πό­νου στην διάρ­κεια του το­κε­τού. Πι­θα­νόν να υ­πάρ­χουν τό­σες γνώ­μες σχε­τι­κά ό­σες και οι γεν­νή­σεις παι­διών. Θα λέ­γα­με ό­σες και οι γυ­ναί­κες, αλ­λά μια στοι­χειώ­δης ε­μπει­ρι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση βα­σι­σμέ­νη σε α­φη­γή­σεις γυ­ναι­κών θα α­πο­δεί­κνυε το α­ντί­θε­το, αφού κά­θε γυ­ναί­κα πε­ρι­γρά­φει δια­φο­ρε­τι­κά την κά­θε γέν­να της. Η σύγ­χρο­νη ια­τρική, προ­σπα­θώ­ντας να με­τρή­σει το φαι­νό­με­νο, και α­να­γνω­ρί­ζο­ντας α­να­γκα­στι­κά την υ­πο­κει­μενι­κή του φύ­ση, προ­σπα­θεί να ει­σά­γει συγκρι­τι­κές πα­ρα­μέ­τρους για την ε­κτί­μη­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου πό­νου. Έ­τσι μια έ­ρευ­να υπο­στή­ρι­ζε ό­τι ο πό­νος του το­κε­τού, εί­ναι περίπου 90 φο­ρές ι­σχυ­ρό­τε­ρος α­πό μια το­μή με μα­χαί­ρι στην πε­ριο­χή του καρ­πού Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τέτοιες έ­ρευ­νες δεν λέ­νε τί­πο­τα ου­σια­στι­κό. Ε­κα­τομ­μύ­ρια γυ­ναί­κες που έ­χουν γεν­νή­σει μπο­ρούν να πουν πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα σε ό­σες πρό­κει­ται να γεν­νή­σουν στο μέλ­λον. Σε τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση αυ­τά εί­ναι τα υ­πο­κεί­με­να που θα (πρέ­πει να) α­πο­φα­σί­σουν για την διά­θε­ση του σώ­ματος τους και για την ε­πι­θυ­μί­α τους να βιώ­σουν τον το­κε­τό σαν ο­λι­κή ε­μπειρί­α.
Έ­να εν­δια­φέ­ρον σε σχέ­ση με αυ­τό το ζή­τη­μα εί­ναι ω­στό­σο, ό­τι η σύγ­χρο­νη μαιευ­τι­κή έ­χτι­σε τον μύ­θο της σε με­γά­λο βαθ­μό και στην ι­κα­νό­τη­τα της να ε­λέγ­χει τον πό­νο του το­κε­τού, ε­ναρ­μο­νί­ζο­ντας την ύ­παρ­ξη της με έ­να πο­λι­τι­σμό που στέλνει στο πυρ το ε­ξώ­τε­ρο κά­θε ε­πώ­δυ­νη ε­μπει­ρί­α. Δεν εί­ναι ε­δώ η στιγ­μή για να α­να­λύ­σου­με αυ­τή την υ­πό­θε­ση, ού­τε να πά­ρου­με θέση για την ε­μπει­ρί­α του πό­νου του το­κε­τού και την ση­μα­σί­α της, κά­τι ε­ξάλ­λου -που, για να εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς- δεν μπο­ρού­με. Γε­γο­νός πά­ντως εί­ναι ό­τι ό­ταν έ­χεις δια­μορ­φω­θεί ως κοι­νω­νι­κό υπο­κεί­με­νο στο ση­με­ρι­νό πο­λι­τι­σμό, μια τέ­τοιου τύ­που ε­μπει­ρί­α, ό­πως και κά­θε ε­πώ­δυ­νη ε­μπει­ρί­α άλ­λω­στε, φα­ντά­ζει κά­τι πραγ­μα­τι­κά α­δια­νό­η­το, κά­τι που πρέπει να ε­ξα­λει­φθεί ο­λο­κλη­ρω­τι­κά. Ω­στό­σο, πρέ­πει να γί­νει γνω­στό το γε­γο­νός ό­τι χω­ρίς πό­νο δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­χει το­κε­τός. Και αυ­τό ε­πει­δή η μαιευ­τι­κή αναι­σθη­σί­α κατα­λαμ­βά­νει το πρώ­το μό­νο στά­διο του το­κε­τού (το στά­διο της δια­στο­λής του τρα­χή­λου) και ό­χι το δεύ­τε­ρο στά­διο κα­τά το ο­ποί­ο η γυ­ναί­κα πρέ­πει να αι­σθά­νε­ται το μω­ρό που κα­τε­βαί­νει για να το σπρώ­ξει έ­ξω α­πό το σώ­μα της (στά­διο της ε­ξώ­θη­σης). Μπορεί να φα­ντά­ζει σαν α­σή­μα­ντη τε­χνι­κή λε­πτο­μέ­ρεια, αλ­λά η μαιευ­τι­κή α­ναι­σθη­σί­α στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι α­νώ­φε­λη α­πό σω­μα­τι­κής α­πό­ψε­ως. Το μό­νο ί­σως που κά­νει εί­ναι ό­τι υ­πο­βάλ­λει ψυ­χο­συ­ναισθη­μα­τι­κά την γυ­ναί­κα στην ι­δέ­α ό­τι δεν θα πο­νέ­σει κα­τά τον το­κετό της, δια­δι­κα­σί­α μάλλον βλα­βε­ρή και για την ί­δια την γυ­ναί­κα α­φού γρή­γο­ρα α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­τι δεν ι­σχύ­ει και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μέ­νει α­θω­ρά­κι­στη συ­ναι­σθη­μα­τι­κά α­πέ­να­ντι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που (θα) α­ντι­με­τω­πί­σει.
Στην φε­μινι­στι­κή σκέ­ψη υ­πάρ­χει έ­να ση­μεί­ο κα­μπής στον μετα­σχημα­τι­σμό του το­κε­τού α­πό συλ­λο­γι­κή/κοι­νω­νι­κή κε­κτη­μέ­νη τε­χνο­γνω­σί­α σε ε­ξει­δικευ­μέ­νη κα­τάρ­τι­ση ι­κα­νή να πε­ρα­τω­θεί μό­νο α­πό ει­δι­κούς. Το ση­μεί­ο αυ­τό εί­ναι η ε­φεύ­ρε­ση και η ει­σα­γωγή του εμ­βρυουλ­κού στην δια­δι­κα­σί­α της γέν­νας, στα μέ­σα του δέ­κα­του ό­γδο­ου αιώ­να, ε­νός ορ­γά­νου που χρη­σί­μευε σαν μο­χλός για την ε­ξα­γω­γή του παι­διού α­πό τον κόλ­πο της μη­τέ­ρας, σε πε­ρί­πτω­ση δυ­στο­κί­ας (δύσκο­λου το­κε­τού δη­λα­δή, για πα­ρά­δειγ­μα ό­ταν οι ώ­μοι του παι­διού δεν μπο­ρούν να βγουν ε­ξαι­τί­ας του μι­κρού με­γέ­θους της γυ­ναι­κεί­ας λε­κά­νης). Οι μαί­ες5 έ­χο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρη ε­μπι­στο­σύ­νη στην ι­κα­νό­τη­τα και στην α­σφά­λεια που τους πα­ρεί­χαν τα χέ­ρια τους, αρ­νή­θη­καν ε­ξαρ­χής την χρή­ση αυ­τού του ερ­γαλεί­ου σε α­ντί­θε­ση με τους άν­δρες για­τρούς που το χρη­σι­μο­ποιού­σαν ό­λο και συ­χνό­τε­ρα και τε­λι­κά το κα­τέ­στησαν ως το κυ­ριό­τε­ρο ε­πι­χεί­ρη­μα της α­πο­τελε­σμα­τι­κό­τη­τας τους στον α­γώ­να ε­νά­ντια στις μαί­ες, που ε­ξα­κο­λου­θού­σαν να χρη­σιμο­ποιούν α­πο­κλει­στι­κά πα­ρα­δο­σια­κές με­θό­δους.
Η δια­δι­κα­σί­α της κα­τά­κτη­σης του ε­λέγ­χου μέ­σω της ει­σαγω­γής ερ­γα­λεί­ων εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά συ­νη­θισμέ­νη στον κα­πι­τα­λι­σμό. Κά­τι α­ντί­στοι­χο -τη­ρου­μέ­νων των α­να­λο­γιών- συ­νέ­βη με την βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση και την ει­σα­γω­γή των μη­χα­νών στους χώ­ρους ερ­γα­σί­ας, μέ­σω των ο­ποί­ων τα α­φε­ντι­κά πή­ραν τον έ­λεγ­χο του χρό­νου της ερ­γα­σί­ας α­πό τους ερ­γά­τες, α­πο­κτώ­ντας έτσι την ι­κα­νό­τη­τα να κα­θο­ρί­ζουν -εν μέ­ρει του­λά­χι­στον- τον ρυθ­μό της πα­ρα­γω­γής και ά­ρα το κέρδος τους.
Μέ­χρι πε­ρί­που τα μέ­σα του ει­κο­στού αιώ­να στον δυ­τι­κό κό­σμο, αλ­λά και σε πολ­λά γε­ω­γρα­φι­κά πλά­τη α­κό­μα και σή­με­ρα, η δια­δι­κα­σί­α του το­κε­τού ή­ταν -κα­τά κύ­ριο λό­γο- υπό­θε­ση των μαμών, γυ­ναι­κών δηλα­δή που εί­χαν α­πο­κτή­σει ε­μπει­ρι­κά τις δε­ξιό­τη­τες που α­παι­τεί η δια­χεί­ρι­ση του το­κε­τού, αλ­λά και την ι­κα­νό­τη­τα του χει­ρι­σμού του ως φαι­νό­με­νο. Η μα­μή εί­ναι ο πο­λι­τι­σμι­κός φο­ρέ­ας μιας πα­ρα­δο­σια­κής γνώ­σης που με­τα­φέ­ρεται μέ­σα α­πό α­φη­γή­σεις προ­σώπων -συ­νή­θως συγ­γε­νι­κών- α­πό γε­νιά σε γε­νιά, μιας γνώ­σης ω­στό­σο που έ­χει χα­ρα­κτή­ρα κομ­μου­νι­στι­κό, δη­λα­δή πραγ­μα­τι­κά δη­μο­κρα­τι­κό: εί­ναι κλη­ρο­νο­μιά ό­λης της κοι­νό­τη­τας και α­νοι­χτή στην κα­θε­μί­α γυ­ναί­κα που θα θε­λή­σει να μυ­η­θεί σε αυ­τήν, η κτή­ση και η ε­φαρ­μο­γή της δεν συ­νε­πά­γε­ται κα­νέ­να προνό­μιο για το φο­ρέ­α της, πι­θα­νόν μό­νο τον σε­βα­σμό της κοι­νό­τη­τας, και το κυ­ριό­τε­ρο δεν εί­ναι α­πλά τε­χνι­κή ε­φαρ­μο­γή ε­νός αυ­στη­ρά τα­ξι­νο­μη­μέ­νου και ορ­γα­νω­μέ­νου corpus ε­πι­στη­μο­νι­κών αρ­χών, αλ­λά έ­να ο­λό­κληρο σύ­μπλεγ­μα μιας κοι­νω­νι­κής σχέ­σης που συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει και την ψυχο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κή αλ­λη­λε­πί­δρα­ση ανά­με­σα στα δύ­ο σχε­τι­ζό­με­να μέ­ρη, σε ό­λη την διάρ­κεια της κύ­η­σης της γυ­ναί­κας και φυ­σι­κά πέ­ρα α­πό αυ­τή. Οι α­φη­γή­σεις πα­ρα­δο­σια­κών μα­μών στα μέ­ρη μας, οι ο­ποί­ες έ­χουν κα­τα­γρα­φεί6, α­πο­δει­κνύ­ουν ό­τι «οι πρά­ξεις της πα­ρα­δο­σια­κής μα­μής δεν ή­ταν κα­θιερω­μέ­νες, ή πα­γιω­μέ­νες, ή τυ­πο­ποι­η­μέ­νες, για τον κά­θε το­κε­τό, αλ­λά ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νες α­νά­λο­γα με την ψυ­χο­σω­μα­τι­κή δο­μή της επι­τό­κου». Τό­σο ό­σον α­φο­ρά τους χει­ρι­σμούς που α­παιτού­νται για την ο­λο­κλήρω­ση ε­νός το­κε­τού, ό­σο και ό­σον α­φο­ρά τις στιγ­μές του τε­λε­τουρ­γι­κού της ψυ­χο­συ­ναι­σθη­μα­τι­κής προ­ε­τοι­μα­σί­ας της ε­πι­τόκου που ή­ταν μέ­ρος αυ­τού του φαι­νο­μέ­νου.
Σε ό­λη αυ­τή την πα­ρά­δο­ση εί­ναι σημα­ντι­κό το γε­γο­νός ό­τι στην μορ­φή της μα­μής (χωρίς να εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να την α­ντι­κρί­σου­με υπό έ­να ι­δε­α­λι­στι­κό ο­πτι­κό πρί­σμα που θα α­γνο­εί την αλ­λο­τρί­ω­ση των συ­ντη­ρη­τι­κών πα­ρα­δο­σια­κών κοι­νο­τή­των, φιλ­τρά­ρο­ντας τις υ­φιστά­μενες κοι­νω­νι­κές συ­γκρού­σεις) συ­μπυκνώ­νο­νται μάλ­λον α­ξί­ες αλ­λη­λεγ­γύ­ης και σεβα­σμού μέ­σα στην κοι­νό­τη­τα, παρά ιε­ραρ­χι­κές α­ξί­ες δια­χω­ρι­σμού, βα­σι­σμέ­νες στην ε­ξου­σί­α της γνώ­σης (του ει­δι­κού) ή στον ε­μπορευ­μα­τι­κή σχέ­ση.
Η α­πό­πει­ρα α­παλλο­τρί­ω­σης της πα­ρα­δοσια­κής/κοι­νο­τι­κής γνώ­σης για την γέν­να και ο με­τα­σχη­μα­τι­σμός της σε γνώση ε­ξει­δι­κευ­μένη, σε γνώ­ση δη­λα­δή προ­ο­ρι­σμέ­νη να κα­τέ­χε­ται μό­νο α­πό «ειδι­κούς», ε­πι­φορ­τι­σμέ­νους με αυ­τό τον ρό­λο, ή­ταν μια δια­δι­κα­σί­α μα­κρο­χρό­νια, που ση­μα­δεύ­τη­κε α­πό συ­γκρού­σεις και α­ντι­θέ­σεις, (και) η ο­ποί­α μό­νο πο­λύ πρό­σφα­τα, και μό­νο στις δυ­τι­κή γω­νιά του πλα­νή­τη, κα­τά­φε­ρε να γί­νει κα­θο­λι­κή συν­θή­κη. Η λη­ξιαρ­χι­κή πρά­ξη γέν­νη­σης της, μπορεί να α­νι­χνευ­θεί στην προ­σπάθεια ορ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­σης των φαι­νο­μέ­νων της υ­γεί­ας/α­σθέ­νειας, που ξε­κί­νη­σε με την γαλλι­κή ε­πα­νά­στα­ση και την ά­νο­δο της α­στι­κής τά­ξης στην ε­ξου­σία.
Ορ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­ση: α­νά­γνω­ση της κοι­νω­νι­κής κί­νη­σης και των φαι­νο­μέ­νων που την συ­γκρο­τούν, με ερ­γα­λεί­ο τον ορ­θό λό­γο, το λό­γο δη­λα­δή του κα­πι­τα­λι­σμού. Με­τά­φρα­ση στην οι­κο­νο­μι­κή αρ­γκό του συστή­μα­τος: ορ­γά­νω­ση του νο­η­τού κό­σμου, δη­λα­δή ορ­γά­νω­ση κά­θε πτυ­χής της κοι­νω­νι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας και δια­νό­η­σης με τέ­τοιο τρό­πο, ώ­στε να α­πο­φέ­ρει το μέ­γι­στο δυ­να­τό κέρ­δος. Η ορ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­ση στον το­μέ­α της δια­χεί­ρι­σης της αν­θρώ­πι­νης υ­γεί­ας συ­γκρο­τή­θη­κε στή­νο­ντας πο­λε­μι­κά μέ­τω­πα ε­νά­ντια στην πα­ρα­δο­σιακή/κοι­νο­τική ια­τρι­κή, που κυ­ριαρ­χούσε μέ­χρι τό­τε στον δυ­τι­κό κό­σμο (μέ­ρος της ο­ποί­ας α­πο­τε­λού­σε η δια­χεί­ρι­ση του φαι­νο­μέ­νου του το­κε­τού), και βα­σί­στη­κε στην ε­πι­στη­μο­νι­κο­ποί­η­ση των φαι­νο­μέ­νων της υ­γεί­ας και της α­σθέ­νειας στα πλαί­σια (πά­ντα) της ε­μπο­ρευ­ματι­κής λει­τουρ­γί­ας, που ή­ταν ήδη σε ε­ξέ­λι­ξη.
Α­να­γνω­ρί­ζου­με στην ορ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­ση την συ­νι­στα­μέ­νη δύ­ο δια­δι­κα­σιών. Η κλη­ρο­νο­μιά της Ιπ­πο­κρά­τειου σχο­λής που ή­ταν η πρώ­τη που προ­σπά­θη­σε να συλ­λά­βει με επι­στη­μο­νι­κό τρό­πο7 τα φαι­νό­με­να της υ­γεί­ας και της α­σθέ­νειας, και ό­λης της ε­ξέ­λι­ξης της ια­τρι­κής που με­σο­λά­βη­σε στους αιώ­νες που α­κο­λού­θη­σαν, συνι­στά την πρώ­τη δια­δι­κα­σί­α. Εν­δει­κτι­κό της συμ­βο­λής αυ­τής της σχο­λής εί­ναι το γε­γο­νός ό­τι με­γά­λο μέ­ρος της πρα­κτι­κής μαιευ­τι­κής, βασί­ζε­ται α­κό­μα και σή­με­ρα στις θε­ω­ρη­τι­κές της κα­τα­κτή­σεις. Η έ­ντα­ξη της ιατρι­κής και των φαι­νο­μέ­νων της υ­γεί­ας/α­σθέ­νειας στην εμπο­ρευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α8, πράγ­μα που α­παι­τού­σε καταρ­χήν τον δια­χω­ρι­σμό α­πό τις θε­ρα­πευ­τι­κές πα­ρα­δό­σεις που εί­χαν α­να­πτυ­χθεί μέ­χρι τό­τε και την α­πο­πο­μπή τους α­πό την δη­μό­σια σφαί­ρα με την χρή­ση του νο­μι­κού ο­πλο­στα­σί­ου, συ­νι­στά την δεύ­τε­ρη και ση­μα­ντι­κό­τε­ρη δια­δι­κα­σί­α. Έ­τσι, λί­γο με­τά την γαλ­λι­κή ε­πα­νά­στα­ση κα­το­χυ­ρώ­νεται με νό­μο η ά­σκη­ση της ια­τρι­κής να α­πο­τε­λεί α­πο­κλει­στι­κό δι­καί­ω­μα των για­τρών, αυ­τών δη­λα­δή που θα λάμ­βαναν την κρα­τι­κά εγ­γυ­η­μέ­νη πι­στοποί­η­ση κα­το­χής της ια­τρι­κής ε­πι­στή­μης α­πό τα πα­νε­πι­στή­μια.
Η α­ντί­στα­ση των πα­ρα­δο­σιακών κοι­νο­τή­των και των μα­μών (που κα­το­χυ­ρώ­νουν και αυ­τές ε­παγ­γελ­μα­τι­κά δι­καιώ­μα­τα στα τέ­λη του δέ­κα­του έ­να­του αιώ­να) στην δια­δι­κασί­α ορ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­σης της γυ­ναι­κεί­ας α­να­παρα­γω­γής ή­ταν σθε­να­ρή και κα­τά­φερ­νε μέ­χρι έ­να βαθ­μό να πε­ριο­ρί­σει την ια­τρι­κή/μαιευτι­κή πα­ρέμ­βα­ση μό­νο στις α­στι­κά και οικο­νο­μι­κά ι­σχυ­ρό­τε­ρα στρώ­μα­τα. Η πλά­στιγ­γα θα αρ­χί­σει να γέρ­νει προς την πλευ­ρά της δυ­τι­κής ια­τρι­κής στις αρ­χές του ει­κο­στού αιώ­να ό­ταν η χρή­ση των μαιευτι­κών με­θό­δων (εμ­βρυουλ­κί­α, πε­ρι­νεο­το­μί­α9) αρ­χί­ζει να γί­νε­ται ρουτί­να α­πό τους για­τρούς και πα­ράλ­λη­λα να κυ­ριαρ­χεί η ι­δέ­α της συμ­βο­λής τους στην με­γα­λύ­τε­ρη α­σφά­λεια κα­τά τον το­κε­τό, τό­σο της μη­τέ­ρας, ό­σο και του εμ­βρύ­ου. Η μεί­ω­ση της μη­τρικής/εμ­βρυ­ϊ­κής θνη­σι­μό­τη­τας, ή­ταν το κυ­ριό­τε­ρο ε­πι­χεί­ρη­μα για την ευ­ρεί­α ε­φαρ­μο­γή της και­σα­ρι­κής το­μής και γε­νι­κό­τε­ρα για την κυ­ριαρ­χί­α της μαιευ­τι­κής πρα­κτι­κής α­πό την δε­κα­ε­τί­α του 1960 και με­τά. Μια ι­δέ­α που κα­τά­φε­ρε να δια­χυ­θεί προς τα κά­τω με α­πο­τέ­λεσμα την πα­ρα­πέ­ρα ε­πέ­κτα­ση της κα­πιτα­λι­στι­κο­ποί­η­σης του το­κε­τού, ό­σο κα­το­χυ­ρω­νό­ταν οι κα­τα­κτή­σεις του κρά­τους πρό­νοιας και ε­πε­κτει­νό­ταν το δι­καί­ωμα της δω­ρε­άν πε­ρί­θαλ­ψης σε ευ­ρύ­τε­ρα τμή­μα­τα του πλη­θυ­σμού. Εί­ναι εν­δει­κτι­κό για να δώ­σου­με έ­να πα­ρά­δειγ­μα του για πό­σο πρό­σφα­τα γε­γο­νό­τα μι­λάμε ό­τι μέ­χρι τα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του 1960 στην Ελ­λά­δα, το 30% πε­ρί­που των γεν­νή­σε­ων, λάμ­βα­ναν χώ­ρα έ­ξω α­πό μο­νά­δες υ­γεί­ας, κα­τά κύ­ριο λό­γο στο σπί­τι της μη­τέ­ρας.
Το γυ­ναι­κεί­ο κί­νη­μα γεν­νή­θη­κε αμ­φι­σβη­τώντας αυ­τή την συν­θή­κη. Αμ­φι­σβη­τώ­ντας δη­λα­δή την ε­ξουσί­α του ια­τρι­κού θε­σμού πά­νω του, την αρ­χή του δια­χω­ρι­σμού κα­τά τον το­κε­τό, ό­πως γρά­ψαμε πα­ρα­πά­νω. Οι γυ­ναι­κεί­ες ορ­γα­νώ­σεις ό­πως η Έ­νω­ση για την Επι­μόρφω­ση σχε­τι­κά με την γέν­να, το Κί­νη­μα για την πρό­λη­ψη των Και­σα­ρι­κών το­μών, το Κί­νη­μα αυ­το­βο­ή­θειας των γυ­ναι­κών, και πολ­λές άλ­λες κα­λά ορ­γα­νω­μέ­νες και με ι­σχυ­ρή κοι­νω­νι­κή πα­ρέμ­βα­ση, α­να­πτύ­χθη­καν στα πλαίσια του φε­μι­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος και αμ­φι­σβήτησαν έ­μπρα­κτα σε κά­θε ση­μεί­ο του τον κα­πι­τα­λι­στι­κό ια­τρι­κό/ ε­ξου­σια­στι­κό λόγο για τον το­κε­τό, αλ­λά ό­χι μό­νο.
Πρώ­τα α­πό ό­λα στο πε­δί­ο του ορι­σμού, α­να­δει­κνύ­ο­ντας το πώς τα γλωσ­σο­λο­γικά ζη­τήμα­τα εί­ναι κα­θο­ρι­σμέ­να κοινω­νι­κό- ι­στο­ρι­κά. Για πα­ρά­δειγμα, ε­νώ η μαιευ­τι­κή ο­ρί­ζει τον το­κε­τό ως την δια­δι­κα­σί­α κα­τά την ο­ποί­α το έμ­βρυο εκ­βάλ­λε­ται α­πό το γεν­νη­τι­κό σω­λή­να της γυ­ναί­κας στο πε­ρι­βάλ­λον, οι φε­μι­νί­στριες συ­νέ­λα­βαν τον τοκε­τό ως φυ­σικό και φυ­σιο­λο­γι­κό φαι­νό­με­νο του γυ­ναι­κεί­ου ορ­γα­νι­σμού. Με τον ί­διο τρό­πο άρ­χι­σαν να συ­ζητά­νε με­τα­ξύ τους για τα κα­θη­με­ρι­νά τους προ­βλή­μα­τα, και για τα ει­δι­κά γυ­ναι­κεί­α προ­βλή­μα­τα υ­γεί­ας, για την λει­τουρ­γί­α του ια­τρι­κού θε­σμού σε σχέ­ση με την γυ­ναι­κεί­α υ­γεί­α και πως συ­μπλέκε­ται το σύ­στη­μα υ­γεί­ας με το κα­πι­τα­λιστι­κό σύ­στη­μα συ­νο­λι­κά. Μάθαι­ναν με άλ­λα λό­για να πα­ρά­γουν θε­ω­ρί­α. Στην πρά­ξη οι γυ­ναί­κες προ­σπά­θη­σαν να ξα­να­πά­ρουν στα χέ­ρια τους την υ­γεί­α τους. Είτε ευ­νο­ώ­ντας την πα­ρέμ­βα­ση των μαιών και την ε­νί­σχυ­ση κι­νή­σε­ων για την υ­πε­ράσπι­ση του φυ­σιο­λο­γι­κού το­κε­τού, εί­τε παίρ­νοντας έ­να με­γάλος μέ­ρος της προ­σω­πι­κής τους φρο­ντί­δας και υ­γείας στα χέ­ρια τους. Για πα­ρά­δειγ­μα στα πλαί­σια του γυ­ναι­κεί­ου κι­νή­μα­τος αυ­το­βο­ήθειας10, οι γυ­ναί­κες μά­θαι­ναν να α­να­γνω­ρί­ζουν τι ση­μαί­νουν συ­γκε­κρι­μέ­να συ­μπτώ­μα­τα που εμ­φα­νί­ζο­νταν στον ορ­γα­νι­σμό τους, μά­θαι­ναν να κά­νουν η μί­α στην άλ­λη τον προ­λη­πτι­κό έλεγ­χο για τον καρ­κί­νο του τρα­χή­λου της μή­τρας, μά­θαι­ναν τον χει­ρι­σμό και την ση­μα­σί­α του σπι­ράλ στην α­πο­φυ­γή της ε­γκυ­μο­σύ­νης, κλπ.
Ξε­κι­νώ­ντας α­πό δια­φο­ρε­τι­κές α­φε­τη­ρί­ες, αλλά υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νοι ί­διες α­ξί­ες, α­να­πτύ­χθη­καν διά­φο­ρα πει­ρά­μα­τα ε­ντός του ια­τρικού θε­σμού, που αμ­φι­σβή­τη­σαν τις κυ­ρί­αρ­χες θε­σμί­σεις ό­σον α­φο­ρά τον το­κε­τό. Το πιο ση­μα­ντι­κό α­πό αυ­τά ή­ταν έ­να πεί­ρα­μα σε μια μαιευτι­κή κλι­νική του δη­μό­σιου νο­σο­κο­μείου στο Πι­τι­βιέ, μια μι­κρή ε­παρ­χιακή πό­λη της Γαλ­λί­ας. Σε αυ­τή την κλι­νι­κή ο γάλ­λος για­τρός Μι­σέλ Ο­ντέν και το μαιευ­τι­κό και νο­ση­λευ­τι­κό προσω­πι­κό της κλι­νι­κής α­πο­φά­σι­σαν να ε­φαρ­μό­σουν ρι­ζο­σπα­στι­κές με­θό­δους για τον το­κε­τό, που το­πο­θε­τού­σαν στο ε­πί­κε­ντρο τους την αυ­το­διά­θε­ση της μη­τέ­ρας και την εκ νέ­ου α­να­κά­λυψη της βιω­μέ­νης μη­τρι­κής ε­μπει­ρί­ας, αλ­λά­ζοντας ρι­ζι­κά τους ρό­λους των σχέ­σε­ων γιατρός-μαί­α-έ­γκυος γυναί­κα11. Έ­τσι ε­πα­να­σχε­δί­α­σαν εκ βά­θρων ό­λη την ε­μπει­ρί­α της ε­γκυ­μο­σύ­νης, μειώ­νο­ντας στο ε­λά­χι­στο την ια­τρι­κή πα­ρέμ­βα­ση, δια­μορ­φώ­νοντας μια αρ­χι­τε­κτο­νι­κή του κτι­ρί­ου συμ­βα­τή με την συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­μπει­ρί­α, α­φή­νοντας τις γυ­ναί­κες να α­πο­φα­σί­ζουν πως θα δια­θέ­σουν τον χρό­νο τους στην διάρ­κεια του το­κε­τού τους (π.χ. χω­ρίς να κα­θη­λώ­νο­νται στο κρε­βά­τι στην διάρ­κεια του πρώ­του σταδί­ου του το­κε­τού, αλ­λά κά­νο­ντας βόλ­τες και συ­ζη­τώ­ντας με άλ­λες μη­τέ­ρες στον κή­πο του μαιευ­τη­ρί­ου), ευ­νο­ώ­ντας την πα­ρου­σί­α α­γα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων στην διάρ­κεια του το­κε­τού, προ­ά­γο­ντας ό­ποια στά­ση ε­πι­θυ­μεί η γυ­ναί­κα για να γεν­νή­σει (π.χ. μέ­σα στο νε­ρό, ή όρ­θια, κ.α.), και μειώ­νο­ντας τις καισα­ρι­κές το­μές πε­ρί­που στο 7%, ό­που δη­λα­δή ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη η έν­δει­ξη να γί­νουν προ­κει­μέ­νου να δια­σφα­λι­στεί η ζω­ή του εμ­βρύ­ου και της μη­τέ­ρας. Πά­νω α­πό ό­λα: δί­νο­ντας την ε­ξου­σί­α στην ί­δια την γυ­ναί­κα να α­πο­φα­σί­σει πως θα δια­θέ­σει η ί­δια το σώ­μα της και τον ε­αυ­τό της στην διάρ­κεια της ε­μπει­ρί­ας της ε­γκυμο­σύ­νης και του το­κε­τού της.
Στα πλαί­σια αυ­τού του πει­ρά­μα­τος απο­δεί­χτη­κε12 ό­τι οι μέ­θο­δοι που ε­φαρ­μό­ζο­νταν σε κλι­νι­κές αυ­τού του εί­δους εί­χαν τα ί­δια ή κα­λύ­τε­ρα α­πο­τε­λέ­σμα­τα σε σχέ­ση με την μη­τρι­κή/πε­ρι­γεν­νη­τι­κή θνη­σι­μό­τητα α­πό αυ­τές που ε­φαρ­μό­ζονταν σε ό­λες τις δη­μό­σιες μαιευ­τι­κές κλι­νι­κές (για τις ι­διωτι­κές που η σχέ­ση ε­μπό­ρευ­μα έ­χει φτά­σει στο ση­μεί­ο έ­κρη­ξης της, δεν το συ­ζη­τά­με κα­θό­λου), κα­ταρ­ρί­πτο­ντας ου­σια­στι­κά κά­θε μύ­θο της κυ­ρί­αρ­χης μαιευ­τι­κής ως προ­α­γω­γού της α­σφάλειας της ζωής της μη­τέ­ρας και του εμ­βρύ­ου.
Τό­σο ο λό­γος και οι πρα­κτι­κές του φε­μι­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος, ό­σο και το πεί­ρα­μα της κλι­νι­κής Πι­τι­βιέ, αλ­λά και άλ­λα που ε­φαρ­μό­ζο­νται α­κό­μα και σή­με­ρα (κυ­ρί­ως α­πό μαί­ες και για­τρούς για την προ­ώ­θη­ση του φυ­σιο­λογι­κού το­κε­τού), α­να­δει­κνύ­ουν τον πλού­το της αν­θρώ­πι­νης αμ­φι­σβή­τη­σης και την δη­μιουρ­γι­κή της ι­κα­νό­τη­τα (αυ­τή την ι­κα­νό­τη­τα, που στην συλ­λο­γι­κή της έκ­φρα­ση ο Κα­στο­ριά­δης την λέ­ει: ρι­ζι­κό φα­ντα­σια­κό), δη­λα­δή την δυ­να­τό­τη­τα της ό­χι μόνο να βά­ζει σε κρί­ση τις κυ­ρί­αρ­χες θε­σμί­σεις της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας, αλ­λά και να βά­ζει σε ε­φαρ­μο­γή δια­φο­ρε­τικές προ­τά­σεις: να δη­μιουρ­γεί δη­λα­δή και­νούρ­γιους θε­σμούς, με δια­φο­ρε­τι­κή λει­τουρ­γί­α α­πό τους θε­σμούς της κυ­ριαρ­χί­ας. Εί­ναι πι­θα­νόν κοι­νό­το­πη η ε­πα­νά­λη­ψη αυ­τής της πραγ­μα­τι­κό­τητας, αλ­λά έ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α να ορ­θώ­νου­με το α­νά­στη­μα της, ε­νά­ντια σε αυ­τήν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που βιώ­νου­με σή­με­ρα, η ο­ποί­α α­νά­με­σα στα άλ­λα μας θέ­τει συ­νε­χώς διά­φο­ρους εκ­βια­σμούς, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα ό­τι η ε­παναστα­τι­κή πρό­τα­ση εί­ναι ου­το­πι­κή ή ό­τι η μόνη α­λή­θεια για τον κό­σμο εί­ναι αυ­τή που κυ­ριαρχεί σή­με­ρα.
Τε­ρά­στια ση­μα­σί­α έ­χει ε­ξάλ­λου η ε­πα­να­στα­τι­κή κρι­τι­κή. Το γε­γο­νός για πα­ρά­δειγ­μα ό­τι η κλι­νι­κή Πι­τι­βιέ, ό­πως και ό­τι οι ο­μά­δες για τον φυ­σιο­λο­γι­κό το­κε­τό, ό­πως ε­ξάλ­λου αρ­κε­τά α­πό τα γυ­ναι­κεί­α προ­τάγ­μα­τα των πε­ρα­σμέ­νων δε­κα­ε­τιών, α­πο­τε­λούν πια κα­τε­στη­μέ­νους θε­σμούς θα πρέ­πει να ερ­μη­νευ­θεί. Και μέ­σα σε έ­να σο­βα­ρό ερ­μη­νευ­τικό πλαί­σιο, α­φο­ρι­σμοί του στυλ «ό­λα τα κα­τα­πί­νει το σύ­στη­μα», «πά­ντα έ­τσι γίνε­ται», κλπ, εί­ναι πο­λύ φτω­χοί για να χω­ρέ­σουν. Προ­τεί­νουμε ό­τι το νή­μα της Α­ριάδ­νης βρί­σκε­ται στο λό­γο και στην πρά­ξη του φε­μι­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος (αλ­λά και άλ­λων συ­νι­στωσών της αμ­φι­σβή­τη­σης που σχε­τί­ζονται με την υ­γεί­α/α­σθέ­νεια), δη­λα­δή στην έ­μπρα­κτη κρι­τι­κή που αυ­τό α­νέ­πτυ­ξε. Ό­χι για να το α­φο­ρί­σου­με, αλ­λά για να κα­τα­λά­βου­με.
Ανα­λύ­ο­ντας την φε­μι­νι­στι­κή κρι­τι­κή δεν μπο­ρού­με να πα­ρα­βλέ­ψου­με την α­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα της. Η φε­μι­νι­στι­κή κρι­τι­κή εί­ναι α­ποσπα­σμα­τι­κή ε­πει­δή ε­πι­κε­ντρώ­νε­ται στην κα­πιτα­λι­στι­κή μορ­φή της κυ­ριαρ­χί­ας και ό­χι στο πε­ριε­χό­με­νο της, χω­ρίς φυ­σι­κά να ι­σχυ­ρι­ζό­μα­στε ό­τι το πα­ρα­βλέ­πει. Ε­πει­δή ε­στιά­ζει τα βέ­λη στα μέ­σα και ό­χι στον σκο­πό της κα­πι­ταλι­στι­κής λει­τουρ­γί­ας. Για πα­ρά­δειγ­μα δεν είναι η ει­σα­γω­γή του εμ­βρυουλ­κού που εί­χε σαν α­πο­τέ­λε­σμα την α­παλ­λο­τρί­ω­ση της πα­ρα­δο­σια­κής γνώ­σης της κοι­νό­τη­τας για τον το­κε­τό α­πό τους για­τρούς/μαιευ­τή­ρες, αλ­λά η ί­δια η δυ­να­μι­κή του κα­πι­τα­λι­σμού για ορ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­ση/ε­μπο­ρευ­μα­το­ποί­η­ση της αν­θρώ­πι­νης α­να­πα­ρα­γω­γής που επέ­βα­λε την ει­σα­γω­γή της ια­τρι­κής τε­χνο­λο­γίας στον το­κε­τό. Με τον ί­διο τρό­πο ε­ξί­σου ση­μα­ντι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στικό της ε­ξου­σια­στι­κής σχέ­σης για­τρού-α­σθε­νούς, που μια με­ρι­κή μορ­φή της εί­ναι η σχέ­ση ε­πί­το­κος γυ­ναί­κα-μαί­α-μαιευ­τή­ρας, εί­ναι και ο ε­μπο­ρευ­μα­τι­κός της χα­ρα­κτή­ρας. Κά­ποιοι δη­λα­δή, ε­κτός α­πό το α­ντλούν κύ­ρος και ε­ξου­σί­α, βγά­ζουν κέρ­δος α­πό αυ­τή την σχέ­ση. Γι’ αυ­τό ε­ξάλ­λου «σύλ­λο­γοι για την προ­ώ­θη­ση του φυ­σιο­λο­γι­κού το­κε­τού», που α­να­πτύσ­σο­νται σή­με­ρα α­πό μαί­ες και για­τρούς (α­κόμα και στην Ελ­λά­δα), στο βαθ­μό που δεν θέ­τουν το ζή­τη­μα του το­κε­τού σε μια βά­ση α­ντα­γω­νι­στι­κή, αλ­λά σε μια βά­ση να­του­ρα­λι­στι­κή («ε­πι­στροφή στην φύ­ση», κλπ), που λί­γο ή κα­θό­λου αμ­φι­σβη­τεί την κυ­ρί­αρ­χη ια­τρι­κή θέσμι­ση (αν και η αλή­θεια εί­ναι ό­τι της μειώ­νει έ­να τμή­μα α­πό το κέρ­δος της), έ­χουν χά­σει τον αιχ­μη­ρό πυ­ρή­να της αμ­φι­σβήτη­σης τους και ε­ναρ­μο­νί­ζο­νται σε με­γάλο βαθ­μό με τις α­ξί­ες και τις αρ­χές της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας. Δεν εί­ναι ε­ξάλ­λου κα­θό­λου τυ­χαί­ο ό­τι τα υ­πο­κεί­με­να στα ο­ποί­α α­πευ­θύ­νο­νται εί­ναι υ­πο­κεί­με­να των με­σο­ανώ­τε­ρων οι­κο­νο­μι­κών στρω­μά­των, που α­πο­γο­η­τευ­μέ­να α­πό την κυ­ρί­αρ­χη ια­τρι­κή στις διά­φο­ρες εκ­φάν­σεις της, α­να­ζητούν «εναλ­λα­κτι­κές φρο­ντί­δες υ­γεί­ας». Δεν εί­ναι πα­ρά­ξε­νο που μπο­ρούν και τις βρί­σκουν σχε­τι­κά εύ­κο­λα.
Η δη­μιουρ­γί­α ε­νός νέ­ου θε­σμού εί­ναι μια με­γά­λη υ­πό­θε­ση ερ­γα­σί­ας, που πο­λύ λι­γό­τε­ρο α­πό το να α­πο­τε­λεί σχέ­διο ε­πί χάρ­του, εί­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο υ­πό­θε­ση αυ­τών που θα ε­πι­θυ­μή­σουν το και­νο­τό­μο σχέ­διο. Αυ­τό που χρεια­ζό­μα­στε εί­ναι έ­να και­νούρ­γιο φα­ντα­σιακό για την γέν­να, έ­να νέ­ο πρό­ταγ­μα. Χρεια­ζό­μα­στε να φα­νταστού­με κά­τι ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κό α­πό αυ­τό που ση­μαί­νει σή­με­ρα η έν­νοια το­κε­τός. Αρ­χι­τέ­κτο­νες του δεν μπο­ρεί παρά να εί­ναι πρώ­τα α­πό ό­λα οι γυ­ναί­κες που θα θε­λή­σουν να υ­πε­ρα­σπι­στούν την αυ­το­νο­μί­α τους, και οι ερ­γα­ζόμε­νοι στην υ­γεί­α (για­τροί, μαί­ες, νο­ση­λεύ­τριες), που θα θε­λή­σουν να αρ­νη­θούν έ­μπρα­κτα τον ρό­λο τους ως ει­δι­κοί (και την κοι­νω­νι­κή/οι­κο­νο­μι­κή ε­ξου­σί­α που αυτός συ­νε­πά­γε­ται) και να θέ­σουν το γνω­στι­κό κε­φά­λαιο τους, αλ­λά και τους ί­διους τους ε­αυ­τούς στην υ­πη­ρε­σία της άρ­νη­σης. Αρ­χι­τέκτο­νες του δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι τα υ­πο­κεί­με­να της αμ­φι­σβή­τη­σης που θα θε­λή­σουν να φτιά­ξουν α­πό σή­με­ρα θε­σμούς που θα αρ­νού­νται τις κυ­ρί­αρ­χες θε­σμί­σεις, και θα α­γω­νί­ζο­νται ε­ναντί­ον τους. Έ­χο­ντας διαρ­κώς στον ο­ρί­ζο­νται τους την πλή­ρη κα­τάρ­γη­ση των ση­με­ρι­νών εκ­με­ταλ­λευ­τι­κών/ε­ξου­σιαστι­κών σχέ­σε­ων. Θα λέ­γα­με ό­τι ό­σο δύ­σκολο εί­ναι να το πεις και να το υ­πε­ρα­σπι­στείς δη­μό­σια αυ­τό το πράγ­μα, άλ­λο τό­σο δύ­σκο­λο εί­ναι να το πραγ­μα­το­ποι­ή­σεις. Ί­σως λί­γο πιο δύ­σκο­λο, μην εί­μα­στε και υ­περ­βο­λι­κοί.
Αυ­τός ο θε­σμός δεν μπο­ρεί πα­ρά να προ­ά­γει την αυ­το­νο­μί­α των γυναι­κών, την δυ­να­τό­τη­τα τους δη­λα­δή να απο­φα­σί­ζουν με ε­πί­γνω­ση πως ε­πι­θυ­μούν να γεν­νή­σουν, που, υ­πό ποιες συν­θή­κες, με ποιους ό­ρους (α­κό­μα και με χρή­ση υ­πο­βο­ή­θη­σης αν με πλή­ρη ε­πί­γνω­ση ε­πι­θυ­μούν κά­τι τέ­τοιο) και με ποιους σύμ­βου­λους γέν­νας δί­πλα τους (για­τρούς ή μαί­ες). Και δεν μπο­ρεί ταυ­τό­χρο­να, πα­ρά να αρ­νεί­ται έ­μπρα­κτα την ε­μπο­ρευ­μα­τι­κή σχέ­ση σε κά­θε της μορ­φή και κά­θε στιγ­μή της ύ­παρ­ξης του. Πά­ει να πει: να ε­ντάσ­σει την λει­τουρ­γί­α του διαρ­κώς στην υ­πό­θε­ση της κοι­νω­νι­κής α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, στο πρό­ταγ­μα της κοι­νω­νι­κής αυ­το­νο­μί­ας. Α­πλά πράγ­μα­τα.



Υ­στε­ρό­γρα­φο: το συ­γκε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο εί­χε προ­βλεφτεί να α­πο­τε­λεί το τρί­το μέ­ρος μιας ε­νό­τη­τας, της ο­ποί­ας το πρώ­το θα πε­ριλάμ­βα­νε έ­να κεί­με­νο που θα ε­πε­ξερ­γα­ζό­ταν την κυ­ρί­αρ­χη α­ντί­λη­ψη για το σώ­μα σή­με­ρα και το δεύ­τε­ρο μια ε­φαρ­μο­γή αυ­τής της α­ντί­λη­ψης, που σχε­τί­ζε­ται με την κα­τα­σκευ­ή της πα­χυ­σαρ­κί­ας σαν νόσου. Με αυ­τή την έν­νοια, η γέν­να, μια ζω­ντα­νή και ει­δι­κή λει­τουρ­γί­α και κοι­νω­νι­κή σχέ­ση του γυ­ναι­κεί­ου υ­πο­κει­μέ­νου, α­φή­νο­ντας σκό­πι­μα προς το πα­ρών στην ά­κρη το ζή­τη­μα των νέων τε­χνο­λο­γιών α­να­πα­ρα­γω­γής, εί­χε σχε­δια­στεί να εί­ναι το τρί­το μέ­ρος αυ­τής της ε­νότη­τας. Πα­ρό­λο που εκ­δί­δε­ται πρώ­το, φι­λοδο­ξού­με στα ε­πό­με­να τεύ­χη να πα­ρου­σια­στούν και τα υπό­λοι­πα μέ­ρη.



1. Το ζή­τη­μα αυ­τής της συν­θή­κης πα­ρό­λο που εί­ναι τρο­με­ρά ση­μα­ντι­κό και πα­ρό­λο που υ­πο­βό­σκει σε κά­θε πρό­τα­ση αυ­τού του κει­μέ­νου, μοιά­ζει να υ­πο­βαθ­μί­ζε­ται. Αυ­τό γί­νε­ται για λό­γους οι­κο­νο­μί­ας του χώ­ρου. Ω­στό­σο, ας μην νο­μί­σει κα­νείς ό­τι δεν το ‘χου­με συ­νε­χώς στο μυα­λό μας. Για πα­ρά­δειγ­μα, ό­ταν θα μι­λά­με πα­ρα­κά­τω για τους α­γώ­νες των γυναι­κών για την ε­πα­νοι­κειο­ποί­η­ση της ε­μπει­ρί­ας της γέν­νας, δεν ξε­χνά­με ού­τε στιγ­μή ό­τι αυ­τοί οι α­γώ­νες α­πο­τε­λούν υ­πο­σύ­νο­λο των συ­νο­λι­κό­τε­ρων α­γώ­νων των γυ­ναι­κών για την χει­ρα­φέ­τη­ση τους.
2. Φαρ­μα­κευτι­κή υ­πο­βο­ή­θη­ση γί­νε­ται με εν­δο­φλέ­βια χο­ρή­γη­ση μη­τρο­συ­σπα­στι­κών φαρ­μά­κων, φαρ­μά­κων δη­λα­δή που προ­κα­λούν και ε­νι­σχύ­ουν τις συ­στο­λές της μή­τρας, για να προ­ω­θεί το έμ­βρυο προς τα κά­τω. Τε­χνι­κή υ­πο­βο­ήθη­ση γί­νε­ται με «τε­χνη­τή ρή­ξη των υ­μέ­νων», δη­λα­δή αυ­τό, που ό­ταν συμ­βαί­νει φυ­σιο­λογι­κά στην έ­ναρ­ξη του δεύ­τε­ρου στα­δί­ου του το­κε­τού, οι γυ­ναί­κες το λέ­νε «σπά­νε τα νε­ρά».
3. Σύμ­φωνα με δη­λώ­σεις του προ­έ­δρου της Πα­γκό­σμιας Γυ­ναι­κο­λο­γι­κής και Μαιευ­τι­κής Εται­ρεί­ας (FIGO), το πο­σο­στό των γυ­ναι­κών στα ι­διω­τι­κά μαιευ­τή­ρια της Βρα­ζι­λί­ας (στο οποί­ο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται κα­τά συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία η α­νώ­τε­ρη τά­ξη της χώ­ρας), που γεν­νούν με και­σα­ρική το­μή, κα­τόπιν ε­πι­θυ­μί­ας τους, εί­ναι πά­νω α­πό 90%. Στην Νό­τια Α­φρι­κή, πι­θα­νόν στην χώ­ρα με την χει­ρό­τε­ρη σχε­τι­κή πα­ρά­δο­ση, το πο­σο­στό των και­σα­ρι­κών το­μών στα δη­μό­σια νο­σο­κο­μεί­α εί­ναι 75%.
4. «Σε κλεί­νουν σε έ­να νο­σο­κο­μεί­ο, ξυ­ρί­ζουν τις τρί­χες σου και κα­θη­λώ­νουν τα χέρια σου, δεν σου ε­πι­τρέ­πουν να δεις, δεν θέ­λουν να κα­τα­λά­βεις, θέλουν να πι­στέ­ψεις πως η ε­ξου­σί­α εί­ναι δι­κή τους, ό­χι δι­κή σου. Κολ­λά­νε βε­λό­νες πά­νω σου έ­τσι που δεν θέ­λεις να α­κού­σεις τί­πο­τα, πρέ­πει να εί­σαι σαν γου­ρού­νι, τα πό­δια σου το­πο­θε­τού­νται σε έ­να με­ταλ­λι­κό πλαί­σιο, σε δέ­νουν, τε­χνι­κοί, μη­χα­νι­κοί, κρε­ο­πώ­λες, α­δέ­ξιοι και χα­ζο­χα­ρού­με­νοι φοι­τη­τές κά­νουν πρα­κτι­κή ά­σκη­ση στο σώ­μα σου, βγά­ζουν έ­ξω το μω­ρό με έ­να πιρού­νι, ό­πως βγά­ζεις έ­να κομ­μά­τι τουρ­σί α­πό έ­να βά­ζο με τουρ­σί. Με­τά α­πό αυ­τό σου γε­μί­ζουν τις φλέ­βες με κόκ­κι­νο πλα­στι­κό, το εί­δα να τρέ­χει μέ­σα στο σω­λή­να του ο­ρού. Δεν θα τους αφή­σω να μου κά­νουν κά­τι τέ­τοιο ξα­νά». Margaret Atwood Surfacing, η με­τά­φρα­ση δι­κή μας.
5. Γρά­φει η Elizabeth Nihell, μια μαί­α του 18ου αιώ­να, πως οι μαί­ες που χρη­σι­μο­ποί­η­σαν εμ­βρυουλ­κούς, «ε­ξαρ­χής τους βρή­καν α­σή­μα­ντα και ε­πι­κίν­δυ­να υ­πο­κα­τά­στα­τα των χε­ριών τους, με τα ο­ποί­α (χέ­ρια) ή­ταν βέ­βαιες ό­τι έ­κα­ναν τους χει­ρι­σμούς πιο α­σφα­λείς, πιο α­πο­τε­λεσμα­τι­κούς, και με λι­γό­τε­ρο πό­νο για τις μη­τέ­ρες». Α­να­φέ­ρε­ται α­πό την Emily Martin στο The cultural analysis of reproduction, σελ. 143, η με­τά­φρα­ση δι­κή μας.
6. Οι­κο­νο­μόπου­λος Χρ., Α. Οι­κο­νο­μο­πού­λου, Ο το­κε­τός, οι δυ­στο­κί­ες, τα ευ­το­κί­α, στην με­τα­δη­μώ­δη ια­τρι­κή, κα­τά τα με­τα­βυ­ζα­ντι­νά χρό­νια του νέ­ου ελ­ληνι­σμού, στο Θέ­μα­τα μαιευ­τι­κής-γυ­ναι­κο­λο­γί­ας, τό­μος ΙΘ, τεύ­χος 3, Ιού­λιος- Σε­πτέμ­βριος 2005.
7. Ε­πι­στη­μο­νι­κά φαι­νό­με­να, δη­λα­δή φαι­νό­με­να που υ­πό­κει­νται σε πα­ρατή­ρη­ση, που ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται με συ­γκε­κρι­μέ­νο και προ­βλέ­ψι­μο τρό­πο στις δια­δο­χι­κές στιγ­μές τους, που πρέ­πει να ε­ξε­λι­χθούν φυ­σιολο­γι­κά, που εμ­φα­νί­ζουν ο­ρι­σμέ­νες φορές δυ­σκο­λί­ες κα­τά την ε­ξέ­λι­ξη τους και α­παι­τούν συ­γκε­κρι­μέ­νη με­θο­δο­λο­γί­α α­ντι­με­τώ­πι­σης, τις ο­ποί­ες μπο­ρούν να φέ­ρουν σε πέ­ρας οι ει­δι­κοί και μό­νο, που ε­νί­ο­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νται α­πό μια συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­θο­λο­γί­α , η ο­ποί­α μπο­ρεί να θέ­σει σε κίν­δυ­νο τό­σο την μη­τέ­ρα, ό­σο και το έμ­βρυο.
8. Ε­δώ μπαί­νουν έ­να σω­ρό νέ­α ζη­τή­μα­τα που α­παι­τούν ε­πε­ξερ­γα­σί­α προ­κει­μέ­νου να μην δη­μιουρ­γη­θούν πα­ρα­νο­ή­σεις. Έ­να α­πό αυ­τά εί­ναι αν η ορ­θο­λο­γι­κο­ποί­η­ση ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη για την πρό­ο­δο της σύγ­χρο­νης ια­τρι­κής. Α­φή­νο­ντας στην ά­κρη το ζή­τη­μα του α­κρι­βούς ο­ρι­σμού αυ­τής της προ­ό­δου και της ση­μα­σί­ας της, υ­πο­στηρί­ζου­με ό­τι δεν ή­ταν, ό­πως ε­ξάλ­λου δεν εί­ναι και σή­με­ρα, αν βέ­βαια λάμ­βα­νε χώ­ρα σε έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πο­λι­τι­σμι­κό πλαί­σιο. Ω­στό­σο, αυ­τό α­παι­τεί πραγ­μα­τι­κά πε­ραι­τέ­ρω α­νά­λυ­ση.
9. Πε­ρι­νε­ο­το­μί­α εί­ναι μια μι­κρή χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση, κα­τά την ο­ποί­α τέ­μνε­ται το δέρ­μα της πε­ριο­χής με­τα­ξύ του κόλπου και του πρω­κτού της γυ­ναί­κας, δη­λα­δή του πε­ρι­νέ­ου, με σκο­πό να με­γα­λώ­σει ο κόλ­πος για να βγει το έμ­βρυο ευ­κο­λό­τε­ρα χω­ρίς να προ­κλη­θεί ρή­ξη του σφι­γκτή­ρα του πρω­κτού (δη­λα­δή για να μην σχι­στεί ο πρω­κτός της γυ­ναί­κας, με ά­σχη­μες συ­νέ­πειες, ό­πως α­κρά­τεια κο­πρά­νων, κα).
10. Το γυναι­κεί­ο κί­νη­μα αυ­το­βο­ή­θειας (self-help movement), ξε­κί­νη­σε το 1971 ως μια ο­μά­δα 30 γυ­ναι­κών που συ­ζητού­σαν για την δη­μο­σιο­ποί­η­ση του ζη­τή­μα­τος της έ­κτρω­σης. Α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τών των συ­ζη­τή­σε­ων ή­ταν η δη­μιουρ­γί­α της πρώ­της κλι­νι­κής αυ­το­βο­ή­θειας. Για να κα­τα­λάβου­με την ε­πί­δρα­ση του, ως την πε­ρί­ο­δο Ρί­γκαν που άρ­χι­σε η πα­ρακ­μή του, α­να­φέρου­με ό­τι το 1975 σε ό­λες τις Η­ΠΑ α­ριθ­μού­σαν σχε­δόν 2000 λα­ϊ­κά προ­γράμ­μα­τα υ­γεί­ας για γυ­ναί­κες με τά­ση ε­πέ­κτα­σης διε­θνώς.
11. Μέ­χρι για πα­ρά­δειγ­μα τον προ­βλη­μα­τι­σμό για την α­νά­γκη ή ό­χι της πλή­ρους α­πό­συρ­σης του άν­δρα/μαιευ­τήρα α­πό την ε­μπειρί­α του το­κε­τού -α­κό­μα και σαν φυ­σι­κή παρου­σί­α- και την ολο­κλη­ρω­τι­κή ε­πι­στρο­φή της α­πο­κλει­στι­κά σε γυναί­κες. Μια πλή­ρης πα­ρου­σί­α­ση αυ­τού του πει­ρά­μα­τος υ­πάρ­χει στα ελ­λη­νι­κά στο βι­βλί­ο του Μι­σέλ Ο­ντέν, Η γέν­να στο δρό­μο της φύ­σης, εκ­δ.Θυ­μά­ρι.
12. Σε μια συ­γκρι­τι­κή έ­ρευ­να που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο ε­γκυρό­τε­ρο ια­τρι­κό πε­ριο­δι­κό στον κό­σμο, το 1987, το Lancet.